Γράφει η Ιωάννα Ντρε
Τι κι αν έξω είναι άνοιξη. Στη καρδιά μου επικρατεί χειμώνας. Νόμιζα πως σε είχα ξεχάσει μέχρι που σε ξαναείδα. Μέχρι που εμφανίστηκες ξανά στα μάτια μου.
Σα ταινία πέρασαν από μπροστά μου όλες οι στιγμές μας. Εκεί που είχαν απομείνει κάτι στάχτες ίσα να σε θυμίζουν άναψε μια σπίθα που όταν μου μίλησες έγινε φλόγα που άρχισε να με καίει.
Δεν έπρεπε να σε δω. Δεν έπρεπε να μου μιλήσεις. Δεν έπρεπε να αφεθώ να με παρασύρουν τα λόγια σου και να κατρακυλήσω μαζί σου στο κρεβάτι.
Όμορφο ήταν εκείνο το βράδυ δε λέω, σα να μην είχε περάσει ούτε μια μέρα από τότε που χωρίσαμε. Ξανά εδώ στο ίδιο σπίτι, το ίδιο άρωμα, η ίδια συμπεριφορά, η ίδια περιποίηση και η τρυφερότητα που λάτρευα σε σένα με γέμισαν για άλλη μια φορά ελπίδες πως θα ξανα είμαστε μαζί όπως τότε. Θα είσαι δικός μου όχι για μια νύχτα αλλά για πάντα. Το τερμάτισα στο μυαλό μου και προσγειώθηκα απότομα στη γη την άλλη μέρα.
Όταν σου μίλησα για μας κι εσύ είπες πως δε μπορούμε να είμαστε μαζί. Όταν δυο άνθρωποι θέλουν να είναι μαζί είναι. Αυτό ξέρω εγώ.
Με αγκάλιαζες σα να σου έλειψα, δάκρυσες στην αγκαλιά μου, το είδα.
Ό,τι και να είδα όμως όπως μου είπες δε σημαίνει πως θα είμαστε μαζί.
Με αγαπάς μεν αλλά…
Το αλλά όμως δε χωράει σε μια αληθινή αγάπη και δε τη χωρίζει κανένας και τίποτα.
Δε μίλησες ξεκάθαρα. Πάλι μισόλογα, πάλι εκεί άρχισες να μου τα χαλάς και μου διέλυσες τη ψυχολογία. Λίγες μέρες μετά αφού φώναξα, έκλαψα, ξέσπασα το πήρα απόφαση και έπαψα να ασχολούμαι μαζί σου. Όχι γιατί δεν ήθελα αλλά γιατί πάλεψα τόσο, ακόμα και τώρα ενώ εσύ δε βάζεις ούτε ένα λιθαράκι για να χτιστεί αυτό που γκρέμισες. Αφού έτσι το θέλεις λοιπόν εγώ δεν υπάρχω πια για σένα. Τέλος. Γιατί αν δε σε έχω ολοκληρωτικά δικό μου δε σε θέλω καθόλου. Θα μαζέψω και τις στάχτες που άφησες να μην υπάρχει τίποτα που να σε θυμίζει.
