Γράφει η Ευαγγελία Αλιβιζάτου
Τι περιμένεις να σου απαντήσει η φωτιά;
Αν της αρέσει που καίει;
Αν η φλόγα κρατά αναμνήσεις;
Τι νομίζεις ότι θέλει να φωνάξεις;
Ρωτάς αν μπορεί να αντέξει να καίγεται η ψυχή σου;
Αντέχεις να ακούσεις τα δικά της παράπονα;
Κάθεται περήφανη να ανέχεται τη φλόγα που καίει τα σωθικά της.
Δεν την τρομάζει το αύριο.
Έχει σταματήσει να παίζει με τη φλόγα.
Έχει κουραστεί να την κοιτά κατάματα.
Μήπως θα πάρει απαντήσεις;
Αυτή μιλά μόνο με την κόκκινη σιωπή της.
Τα σημάδια που αφήνει γίνονται στάχτες.
Η δική μου ψυχή μπορεί να αντέξει το κάψιμο, μπορεί να αντέξει τα πάντα.
Συνήθισα την πυρκαγιά.
Δικαίωμα στον πόνο μου.
Και εκείνη σταμάτησε να με παιδεύει.
Γέρασε χιλιετίες, πότε να ζεσταίνει την καρδιά, πότε να καίει μερόνυχτα, να δίνει πόνο στις σκέψεις, η χαρά στα όνειρα.
Τα παιχνίδια με τη φλόγα τα βαρέθηκε.
Αυτή κυριαρχεί, δείχνοντας τη δύναμή της.
Και την κοιτώ… επίμονα.
Δύο κούτσουρα αγκαλιασμένα μέχρι το τέλος.
Η ιστορία τους έχει απομείνει στο δικό της έλεος.
Η ζεστασιά τους γίνεται καπνός.
Τώρα πια δεν τα παιδεύει κανείς.
Και εκείνα ξέρουν πως υπήρξαν ρίζες κάποτε.
