Γράφει η Τζένη Γιαννοπούλου
Κάποια μέρα θα κάτσεις στην κουζίνα σου, με τον καφέ στο χέρι, και θα σε χτυπήσει σαν σφαλιάρα. Πόσα χρόνια πέρασαν; Πού ήσουν εσύ όσο η ζωή έτρεχε; Στα σαράντα, στα πενήντα, στα εξήντα, δεν έχει σημασία πότε. Η ζωή δεν ρωτάει ηλικία όταν έρχεται να σε ξυπνήσει.
Και δεν είναι ωραίο αυτό που βλέπεις. Χρόνια έλεγες «μετά». Μετά θα κάνω αυτό, μετά θα ασχοληθώ με το άλλο, μετά θα βρω χρόνο για μένα. Και το μετά έφαγε δεκαετίες. Δεν έζησες, επιβίωσες. Δούλεψες, μεγάλωσες παιδιά ίσως, έτρεξες από δω κι από κει, κι ενώ όλα αυτά ήταν αληθινά και αναγκαία, εσύ χάθηκες κάπου στη μέση. Το «τι θέλω εγώ» έμεινε αναπάντητο τόσα χρόνια που ξέχασες πως υπήρχε καν η ερώτηση.
Αυτό δεν είναι κατάρρευση. Είναι αφύπνιση. Και η αφύπνιση πονάει, γιατί σε αναγκάζει να δεις ξεκάθαρα αυτό που απέφευγες. Αλλά μέχρι να το δεις, δεν μπορούσες να κάνεις τίποτα. Τώρα μπορείς. Και κανένας δεν σου κλείνει την πόρτα επειδή άργησες.
Δεν χρειάζεσαι δικαιολογίες. Δεν χρειάζεσαι το άλλοθι της ηλικίας. Χρειάζεσαι να σταματήσεις να τρέχεις για λίγο και να ρωτήσεις τον εαυτό σου, ωμά, χωρίς φτιασίδια: αυτό που κάνω, το κάνω γιατί το θέλω, ή γιατί απλώς έτσι έμαθα να ζω; Κάθε φορά που θα απαντάς ειλικρινά σε αυτή την ερώτηση, θα ξαναπαίρνεις κομμάτια της ζωής σου πίσω.
Δεν σου λέω να τα παρατήσεις όλα αύριο. Σου λέω να σταματήσεις να αναβάλλεις τον εαυτό σου. Κάθε μικρή απόφαση που παίρνεις για σένα, αντί για όσα σου έμαθαν να θεωρείς σωστά, είναι ένα βήμα πίσω στη ζωή σου.
Η αλήθεια είναι πως η ζωή σου δεν πέρασε. Σε περίμενε. Σε περιμένει ακόμα, όσα χρόνια κι αν χάθηκαν. Και ποτέ, μα ποτέ, δεν είναι αργά να γυρίσεις να την κοιτάξεις κατάματα και να πεις: τώρα ζω εγώ.
