Κοιτάζω τη μεριά του καναπέ που καθόσουν πάντα.. δεν έχω δάκρυα στα μάτια μου πια, παρά μόνο ένα γλυκό χαμόγελο..και μονάχα ένα πράγμα μου βγαίνει να σου πω.. Σ’ ευχαριστώ..
Ήρθες στη ζωή μου και με έναν απατηλά αθώο τρόπο την ανέβασες ψηλά, πολύ ψηλά, τόσο, που έχασα την επαφή μου με τη γη, με την πραγματικότητα..
Δεν είχες όμως σκοπό να με κρατήσεις για πολύ σε εκείνα τα ανυπέρβλητα ύψη.. Θα μπορούσε να πει κανείς ότι με απόθεσες πάνω στην πιο κοφτερή κορυφή του λαμπρότερου άστρου κι εγώ τυφλώθηκα από την απόκοσμη λάμψη του και πίστεψα πως υπάρχεις. Με απόθεσες εκεί πάνω, μόνο και μόνο για να με γκρεμίσεις, με την απουσία σου, με τη δειλία σου.
Ήσουν η άνοδος κι η πτώση μου, η ζωή κι ο θάνατός μου.
Ήσουν εσύ, που με όρθωσες στα πόδια μου όταν εγώ ψυχορραγούσα, έγινες η δύναμη και ο οδηγός μου μέσα στο κρύο σκοτάδι που έκανε όλες τις μέρες μου νύχτες.
Κι ήσουν εσύ, που με τσάκισες με την ειρωνία και την αδιαφορία σου.
Το βόλεμα σου το αδιάσειστο δεν μου άφησε κανένα ρόλο, πέρα από αυτόν του “ενός ακόμη προβλήματος” για σένα.
Ο Βασιλικός, στο “Τελευταίο Αντίο” του λέει κάπου “.. το μόνο χρέος μου, γλυκιά μου αγάπη, για πάντα χαμένη, είναι να κλαίω για σένα, να κλαίω, να κλαίω..”
Εγώ θα πω πως το μόνο χρέος μου, είναι να περισώσω ό, τι απόμεινε από μένα, μένοντας πιστή στην απόφασή μου να σου πω το “τελευταίο αντίο”.
Μόνο έτσι θα πληρώσω στον εαυτό μου τα χρωστούμενα, που σαν επίμονος τοκογλύφος μου ζητά τώρα πια..
Το άλλοτε ολόδικό σου ξανθό μουτράκι εξακολουθεί να χαμογελά γλυκά και να σου ψιθυρίζει “Σ’ ευχαριστώ..”
Σ’ ευχαριστώ που μου έμαθες τι δεν είναι αγάπη, θάρρος και δύναμη.
Σ’ ευχαριστώ που με λύγισες μέχρι που έσπασα και μαθαίνω πλέον να ενώνω τα κομμάτια μου μόνη μου.
Σ’ ευχαριστώ που με άφησες ελεύθερη.
