Γράφει η Αναστασία Κοζίμπα
Σε περιμένω εκεί!
Ζωές μοιρασμένες στα δύο με τόσο βάναυσο τρόπο, σαν μια τελεία που αρνείσαι να βάλεις.
Ιστορίες που κούμπωναν, τις κοίταξες καχύποπτα φορτώνοντας αδικία το απόλυτο. Ένα μαζί που φορτώθηκε τα λάθη όλων των προηγούμενων. Μια παρεξήγηση πόσο χώρια να μοιράσει;
Άνθρωποι περαστικά δικοί σου, που έχεις ζήσει και ακυρώνεις. Συναντάς στο δρόμο και προσπερνάς , λες και δεν ήταν ποτέ. Άνθρωποι που έχεις λατρέψει και μετάνιωσες λες και στο συναίσθημα χωράει επιστροφή.
Λες και δεν κοιμήθηκα μαζί σου, τα σώματα μας δεν ενώθηκαν ούτε οι ψυχές. Ξυστά τα θέλω μας, τα όνειρα μας κι ας ήταν ίδια.
Κάτι μου θυμίζεις αλλά με μίσος σε ξεριζώνω από μέσα μου, έτσι μου είπαν πως πρέπει να κάνω. Αυτό το άρωμα όμως σα να ζω την σχέση από την αρχή, το βλέμμα, η κίνηση, η υπερβολή. Παγώνω σε μία λήψη ασπρόμαυρη το πρόσωπο σου, το συναίσθημα. Να έχω κάτι δικό σου, σαν ένα ενοχικό μυστικό μέσα στα χρόνια. Σε κουβαλάω.
Πού θα βρίσκομαι μετά και πού θα έχεις ξεμείνει εσύ;
Κοιμάσαι άραγε στην ίδια μεριά που κοιμόσουν;
Εκείνη την μπλούζα που μισούσα, την φοράς ή από πείσμα δε βγάζεις από πάνω σου;
Θα σε κρατήσω σα μία απλή ανάμνηση, σε εκείνη την τελευταία φωτογραφία που κράτησα φυλαγμένη από τον δεύτερο προστατευτικό μου εαυτό. Είναι για εκείνες τις μέρες που θα μετανιώνω που σε άφησα πίσω. Που δεν έκατσα να βοηθήσω τον κακοποιητικό σου εαυτό. Αγκάλιασα το φοβικό παιδί μέσα σου , μα με πλήγωνε όσο ερχόμουν πιο κοντά. Με έδιωχνε κάθε φορά που με φροντίδα υπέμενα την κάθε σκληρή σου αντίδραση και γινόμουν το ίδιο. Δεν υπάρχει πιο ανήθικο πράγμα να μην αποδέχεσαι το πρόβλημα. Σε δικαιολόγησα με την απουσία μου.
Πέρασα εχθές κάτω από το σπίτι, το κάνω συχνά και έτσι κάπως ξεχνιέμαι που δε σε έχω.
Εκείνη η γλάστρα που πήραμε το περασμένο καλοκαίρι, μαράθηκε μα δεν έχεις πετάξει ακόμα.
Πόσο εμείς!
Προσπαθείς να με κρατήσεις όπως εγώ με το καθετί .
Κάθισα για ώρες, μήπως σε δω, το κακό να μεγαλώσω. Αφού στην γειτονιά σου λες και έζησα όλα μου τα χρόνια.
Σε περιμένω εκεί ,σε αυτό που κουράσαμε μα δεν έχουμε πετάξει ακόμα.
Σε περιμένω εκεί, ό, τι και να λένε, όποιοι κι αν υπάρχουν.
Λένε πως όταν χάσεις κάποιον το συναίσθημα γίνεται ξεκάθαρο.
Σε αγαπάω για όλους αυτούς τους λόγους που ο άνθρωπος δε μπορεί να προχωρήσει.
Και πιο ξεκάθαρο από αυτό δε θα συναντήσεις.
Πού θα βρίσκομαι μετά και πού θα έχεις ξεμείνει εσύ;
Σε αγαπάω κι αυτό δε θα το πάρει κανείς τους.
