Γράφει η Σοφία Παπαηλιάδου
Ουδείς αναντικατάστατος.
Το λες εύκολα. Σχεδόν ανακουφιστικά. Σαν να κλείνεις μια πόρτα με δύναμη για να μην ακούς τι γίνεται από μέσα.
Ουδείς αναντικατάστατος, μέχρι να φύγει κάποιος. Όχι θεαματικά. Όχι με φωνές και εξηγήσεις. Φεύγει ήσυχα. Παίρνει μαζί του τις συνήθειες, τις μικρές επαναλήψεις της καθημερινότητας, τα αυτονόητα που ποτέ δεν μπήκαν σε λίστα. Και τότε καταλαβαίνεις πως δεν σου λείπει το πρόσωπο μόνο. Σου λείπει ο τρόπος που υπήρχε.
Το κενό δεν κάνει θόρυβο στην αρχή. Δεν σε προειδοποιεί. Απλώς εμφανίζεται. Στον καφέ που δεν έχει πια παραλήπτη. Στο μήνυμα που δεν γράφεται. Στη σκέψη που σταματά στη μέση γιατί δεν έχει πού να καταλήξει. Εκεί καταλαβαίνεις ότι το «ουδείς αναντικατάστατος» δεν ήταν αλήθεια. Ήταν άμυνα.
Γιατί κάποιοι άνθρωποι δεν αντικαθίστανται. Δεν μπαίνουν άλλοι στη θέση τους και συνεχίζεται το έργο. Ήταν συγκεκριμένοι. Με συγκεκριμένο βάρος. Με συγκεκριμένη παρουσία. Δεν ήταν ρόλος. Ήταν σχέση.
Το κακό είναι πως μετά το «ουδείς αναντικατάστατος» δεν υπάρχει επιστροφή. Γιατί το είπες. Το σκέφτηκες. Το πίστεψες έστω για λίγο. Και εκείνη τη στιγμή έκανες ένα μικρό, αθόρυβο λάθος. Υποτίμησες κάτι που δεν μετριόταν. Έναν άνθρωπο που δεν ήταν δεδομένος, απλώς συνήθεια. Και οι συνήθειες είναι ύπουλες. Φαίνονται ακλόνητες μέχρι να χαθούν.
Δεν επιστρέφεις εύκολα από αυτό. Γιατί ακόμα κι αν ο άλλος είναι κάπου κοντά, ακόμα κι αν οι δρόμοι ξανασυναντηθούν, κάτι έχει ήδη χαλάσει. Το κενό έγινε γνώση. Και η γνώση δεν ξεγράφεται.
Ουδείς αναντικατάστατος, λες.
Μέχρι να μετρήσεις τις σιωπές.
Μέχρι να δεις πόσα πράγματα σταμάτησαν να λειτουργούν χωρίς αυτόν.
Μέχρι να καταλάβεις πως κάποια κενά δεν ζητούν να γεμίσουν. Ζητούν να αναγνωριστούν.
Και τότε δεν θες να επιστρέψεις.
Θες απλώς να μην το είχες πει ποτέ.
