Γράφει ο Γιώργος Καραγεώργος
Ήταν ακόμα πάρα πολύ μικρός όταν κατάλαβε ότι δεν θα τον σώσει κανένας.
Ούτε οι φίλοι του.
Ούτε οι έρωτές του.
Ούτε κι οι γονείς του, που τον ήθελαν “άντρα”, πριν καλά καλά προλάβει να καταλάβει τι θα πει να είσαι παιδί.
Κατάλαβε όμως ότι στη ζωή του, θα έπρεπε να σηκώσει βάρη, δίχως βοήθεια.
Πλάτες φαρδιές, πόδια γερά, ψυχή σφιγμένη.
Ήταν ο άντρας που το μπορούσε να γελάει, κι ας διαλυόταν μέσα του.
Που σκούπιζε τα δάκρυά του με τα μανίκια στο σκοτάδι, γιατί “οι άντρες δεν κλαίνε”.
Έτσι του είπαν. Έτσι πίστεψε. Έτσι έκανε.
Είναι εκείνος ο άντρας που κράτησε το χέρι του πατέρα του λίγο πριν φύγει, κι ας μην του είχε πει ποτέ “σ’ αγαπάω”.
Είναι εκείνος που φιλούσε το μέτωπο του παιδιού του κάθε βράδυ, και προσευχόταν μέσα του, ο γιος του να γίνει καλύτερος άνθρωπος και καλύτερος πατέρας από τον ίδιο.
Είναι εκείνος που έμαθε να τα πληρώνει όλα με ιδρώτα, αίμα και σιωπή.
Έμαθε να συνεχίζει να σφίγγει τα δόντια, όταν όλοι οι άλλοι χαλάρωναν.
Έμαθε να μαγειρεύει, να παλεύει, να μετράει κέρματα, να ντύνεται βιαστικά και να πηγαίνει σε δουλειές που δεν του άρεσαν, για να μην πεινάσει κανείς.
Που τον έκοβαν οι λογαριασμοί στα δύο, κι αυτός δεν μαρτύραγε τίποτα, για να μη φοβηθούν οι δικοί του.
Εκείνος που φόρεσε δεύτερη μπλούζα για να μην αγοράσει μπουφάν, να αγοράσει στα παιδιά του καινούρια παπούτσια.
Εκείνος που δεν πήγε στον γιατρό, γιατί δεν είχε ούτε χρόνο, ούτε χρήμα. Γιατρεύτηκε μόνος του.
Τον είδες και δεν αναρωτήθηκες ποτέ…
Γιατί δεν φώναξε. Γιατί δεν είπε “βοήθεια”.
Μόνο σώπασε.
Δεν αναρωτήθηκες, πόσες νύχτες άντεξε.
Πόσα “είμαι καλά” είπε, ενώ πονούσε μέχρι κι η ανάσα του.
Και δεν ήθελε ποτέ του πολλά!
Δεν ήθελε σωτηρία, ήθελε μόνο λίγο να ξεκουραστεί.
Ήθελε για μια γαμημένη φορά, να νιώσει κι αυτός μικρός, να του δοθεί το δικαίωμα του να μην μπορεί.
Να τον ρωτήσει κάποιος, όχι για τους τύπους, μα από ενδιαφέρων, “εσύ είσαι καλά;”
Να του πει, “άστο ρε, εγώ τώρα, ξεκουράσου εσύ”.
Αυτός είναι ο άντρας λοιπόν που σήκωσε μόνος του τον κόσμο.
Όχι γιατί το ήθελε. Αλλά γιατί δεν είχε άλλη επιλογή, ούτε καν την επιλογή της παραίτησης δεν είχε.
Και ναι…
Μπορεί να μην έχει τρόπαια, ούτε τιμές, αλλά έχει βλέμμα και πλάτες γεμάτες ζωή.
Γεμάτες αγάπη που δεν είπε.
Πόνο που κατάπιε.
Όνειρα που τα έβαλε στην άκρη, για να προχωρήσουν οι άλλοι.
Αν είσαι ένας τέτοιος άντρας, δεν θα σου πω καλή τύχη, φίλε μου.
Θα σου πω καλή δύναμη!
Γιατί δεν πιστεύω στην τύχη, πιστεύω με όλο μου το είναι στη δύναμη.
Και εσύ, είσαι η ίδια η δύναμη αδερφέ.
Με σώμα, με ψυχή, και σιωπή.
Πιστεύω εγώ σε σένα, σου λέω, και σου υποκλίνομαι!
