Γράφει ο Ανδρέας Φιλίδης
Δεν ξέμαθα από φόβο. Ούτε από πείσμα. Ξέμαθα από επανάληψη. Από εκείνη τη σιωπηλή φθορά που δεν κάνει θόρυβο όταν συμβαίνει, αλλά αφήνει μέσα σου χαλάσματα που τα ανακαλύπτεις μήνες μετά. Ίσως και χρόνια.
Κάποτε αγαπούσα με τρόπο επικίνδυνο. Με παρουσία. Με διαθεσιμότητα. Με εκείνη τη σχεδόν αφελή ανάγκη να γίνει ο άνθρωπός μου τόπος να ακουμπάω και να ξεκουράζομαι. Έδινα χρόνο χωρίς να κοιτάζω ρολόι. Προσπάθεια χωρίς να κρατάω λογαριασμό. Χώρο χωρίς να φοβάμαι ότι θα με πετάξουν έξω από αυτόν.
Μεγαλώνοντας κατάλαβα κάτι άσχημο. Οι άνθρωποι δεν ξέρουν πάντα τι να κάνουν όταν τους αγαπάς καθαρά. Άλλοι το φοβούνται. Άλλοι το πατάνε. Άλλοι το συνηθίζουν τόσο πολύ, που μια μέρα αρχίζουν να συμπεριφέρονται λες και γεννήθηκαν με δικαίωμα πάνω του.
Κι εγώ κουράστηκα.
Κουράστηκα να γίνομαι το σταθερό σημείο ανθρώπων που ζούσαν σαν καταιγίδα. Να κουβαλάω συζητήσεις που έμοιαζαν μονόδρομος. Να ψάχνω τρόπους να σώσω ό,τι ο άλλος είχε ήδη παρατήσει. Δεν με πείραξαν οι αποχωρήσεις. Με πείραξε που έμενα εγώ περισσότερο απ’ όσο έπρεπε.
Κάπου εκεί ξέμαθα.
Άρχισα να απαντάω λιγότερο. Να κρατάω πράγματα μέσα μου. Να μη διεκδικώ. Να μη λέω εύκολα «μου λείπεις». Να μη βάζω όλη μου την ψυχή πάνω στο τραπέζι σαν άνθρωπος που δεν έχει μάθει να φυλάει τίποτα για τον εαυτό του.
Και ύστερα ήρθες εσύ.
Και με τρόμαξε η ησυχία σου.
Δεν ζητούσες αποδείξεις. Δεν έκανες παιχνίδια δύναμης. Δεν με έβαζες να αποδείξω την αξία μου μέσα από εξαντλητικές διαδρομές. Κι εκεί κατάλαβα κάτι που δεν ήθελα να παραδεχτώ.
Δεν είχα ξεμάθει ν’ αγαπώ.
Είχα ξεμάθει να αισθάνομαι ασφαλής όταν αγαπώ.
Γιατί κάποτε δεν σε διαλύει η έλλειψη αγάπης.
Σε διαλύει να συνηθίσεις τόσο πολύ το λίγο, που όταν έρχεται κάτι αληθινό, μοιάζει ξένο πάνω σου.
