Γράφει ο Αλέξανδρος Χωριανούδης
Δεν στο λέει κανείς ευθέως. Δεν υπάρχει ανακοίνωση, ούτε προειδοποίηση. Κανένα καμπανάκι. Το καταλαβαίνεις από τις μικρές μετατοπίσεις. Από το βλέμμα που δεν σε ψάχνει πια. Από τις απαντήσεις που κονταίνουν. Από το ενδιαφέρον που έγινε ευγένεια. Κι εκεί είναι που χρειάζεται ωριμότητα. Όχι εγωισμό. Να ξέρεις πότε κούρασες τους άλλους κι είναι ώρα να φεύγεις.
Δεν είναι ήττα αυτό. Είναι επίγνωση. Είναι να αναγνωρίζεις πως ο ρυθμός σου δεν ταιριάζει πια με τον δικό τους. Πως οι λέξεις σου βαραίνουν. Πως οι ανάγκες σου περισσεύουν. Όχι επειδή είσαι “πολύ”, αλλά επειδή βρίσκεσαι στο λάθος μέρος. Κι όσο μένεις, τόσο φθείρεσαι. Όχι αυτοί.
Υπάρχει μια λεπτή γραμμή ανάμεσα στο να επιμένεις και στο να κουράζεις. Αν την πατήσεις, χάνεις κάτι πολύ πιο σημαντικό από τη σχέση. Χάνεις την εικόνα σου. Την αξιοπρέπεια σου. Γιατί άλλο να παλεύεις κι άλλο να παρακαλάς. Άλλο να διεκδικείς κι άλλο να εξαντλείς.
Κάποια στιγμή πρέπει να διαβάζεις τη σιωπή. Να την ακούς. Να τη σέβεσαι. Όταν σταματούν να ρωτούν, όταν δεν χωράς πια στο πρόγραμμά τους, όταν η παρουσία σου δεν κάνει διαφορά, τότε δεν είναι θέμα χρόνου. Είναι θέμα τέλους. Κι όσο προσπαθείς να “στρώσεις” τα πράγματα, τόσο τα στραβώνεις. Γιατί οι σχέσεις δεν διορθώνονται με πίεση. Ούτε με επιμονή χωρίς ανταπόκριση.
Το πιο γενναίο πράγμα που μπορείς να κάνεις είναι να φύγεις πριν σε διώξουν. Πριν σε συνηθίσουν. Πριν σε δουν σαν βάρος. Να πάρεις τον εαυτό σου και να τον προστατέψεις. Να πεις “ως εδώ” χωρίς θυμό, χωρίς δράμα, χωρίς εξηγήσεις που δεν ζητήθηκαν.
Το να φεύγεις στην ώρα σου είναι σεβασμός. Πρώτα σε σένα. Και μετά στους άλλους. Γιατί δεν αξίζει να μένεις εκεί που χρειάζεται να μικρύνεις για να χωρέσεις. Ούτε να εξηγείς τον εαυτό σου σε ανθρώπους που έχουν ήδη σταματήσει να ακούν.
Μάθε, λοιπόν, να φεύγεις. Όχι επειδή δεν άντεξες. Αλλά επειδή κατάλαβες. Και αυτό είναι δύναμη. Όχι αδυναμία.
