Γράφει η Αστέρω
Όλοι μαλώνουμε. Και βασικά, καλά κάνουμε. Γιατί δύο άνθρωποι που είναι πραγματικά κοντά θα διαφωνήσουν, θα θυμώσουν, θα παρεξηγηθούν, θα πουν και καμιά κουβέντα παραπάνω. Το θέμα δεν είναι να μη μαλώνεις. Το θέμα είναι τι κάνεις όταν μαλώνεις.
Γιατί άλλο να θυμώσεις, να πεις «αυτό με πείραξε», να πάρεις λίγο χρόνο και να ξαναμιλήσεις όταν πέσουν οι τόνοι, κι άλλο με την πρώτη στραβή να πατάς κατευθείαν το κόκκινο κουμπί. Τελειώσαμε. Δεν πάει άλλο. Δεν έχει νόημα. Δεν ξέρω τι κάνουμε μαζί. Δεν υπάρχει μέλλον.
Ρε παιδιά, ένα λάθος έγινε. Όχι εισβολή.
Κι όμως, όταν θυμώνουμε έχουμε ένα καταπληκτικό ταλέντο να παίρνουμε κάτι συγκεκριμένο και μέσα σε δέκα λεπτά να το κάνουμε θέμα ολόκληρης της σχέσης. Δε μιλάμε πια γι’ αυτό που συνέβη. Ξαφνικά συζητάμε αν ταιριάζουμε, αν αγαπιόμαστε, αν όλα ήταν λάθος και αν ο άλλος ήταν τελικά ένας άνθρωπος που δε γνωρίσαμε ποτέ πραγματικά.
Και κάπως έτσι, από έναν καβγά φτάνουμε σε γενική επιστράτευση.
Το χειρότερο είναι πως εκείνη την ώρα πολλές φορές δε θέλουμε μόνο να μας ακούσει ο άλλος. Θέλουμε να καταλάβει. Και καμιά φορά το «να καταλάβει» σημαίνει να πονέσει λίγο κι αυτός. Να φοβηθεί. Να νιώσει ότι μπορεί να μας χάσει. Να καταλάβει επιτέλους πόσο μάς πείραξε.
Μπορεί και να το πετύχουμε.
Μόνο που μαζί με αυτό μπορεί να έχουμε δημιουργήσει ένα πολύ μεγαλύτερο πρόβλημα. Ο άλλος να μην ξέρει πια αν κάθε φορά που θα γίνει κάτι δύσκολο, θα υπάρχει ακόμα σχέση την επόμενη μέρα.
Και αυτό κουράζει. Πολύ.
Γιατί άλλο να ξέρεις ότι ο άνθρωπός σου θα θυμώσει μαζί σου κι άλλο να ξέρεις ότι κάθε φορά που θυμώνει πρέπει να περιμένεις να δεις αν μόλις τελείωσαν όλα.
Δε λέω να μη φωνάξουμε ποτέ. Θα φωνάξουμε. Θα ξεφύγουμε. Θα πούμε και κάτι που μετά θα θέλαμε να το πάρουμε πίσω. Άνθρωποι είμαστε, όχι διαφημίσεις για διαλογισμό.
Αλλά κάπου πρέπει να υπάρχει ένα φρένο.
Να μπορώ να σου πω «είμαι έξαλλη μαζί σου» χωρίς να σημαίνει «δε σε θέλω πια στη ζωή μου». Να μπορείς να μου πεις «δεν μπορώ τώρα να μιλήσω» χωρίς εγώ να αναρωτιέμαι όλο το βράδυ αν αύριο θα είσαι ακόμα εδώ.
Να μπορούμε να θυμώνουμε χωρίς να γινόμαστε εχθροί.
Γιατί αυτό ξεχνάμε καμιά φορά πάνω στα νεύρα μας. Ο άνθρωπος απέναντί μας δεν είναι αντίπαλος. Είναι ο άνθρωπός μας.
Αυτός που εκείνη τη στιγμή μπορεί να μας έχει φτάσει στα όριά μας, αλλά δυο ώρες αργότερα μπορεί ήδη να μας λείπει. Αυτός που αύριο θα θέλουμε να μάθουμε αν έφαγε, αν γύρισε σπίτι, αν είναι καλά.
Και τότε είναι κάπως άβολο να θυμάσαι ότι λίγες ώρες πριν είχες σχεδόν ζητήσει εκκένωση πληθυσμού.
Δεν τελειώνουν όλες οι σχέσεις επειδή δεν υπάρχει αγάπη. Μερικές τελειώνουν ενώ υπάρχει ακόμα. Απλώς οι δύο άνθρωποι κουράστηκαν να γκρεμίζουν κάθε φορά αυτό που μετά προσπαθούν να ξαναχτίσουν.
Γι’ αυτό, να μαλώνετε. Να θυμώνετε. Να λέτε καθαρά αυτά που σας πονάνε.
Αλλά πριν πατήσετε εκείνο το μεγάλο κόκκινο κουμπί, σκεφτείτε το λίγο.
Γιατί μπορεί αύριο να θέλετε ακόμα τον άνθρωπό σας δίπλα σας.
Και μετά άντε να μαζεύεις ό,τι ανατίναξες πάνω στα νεύρα σου.
