Γράφει ο Αλέξανδρος Χωριανούδης
Μια φορά κι έναν καιρό, πίστεψα πως υπήρξες.
Ότι ήσουν εκεί, όπως σε είχα πλάσει στο μυαλό μου. Ότι ήσουν εκείνη που μπορούσα να στηριχτώ, να εμπιστευτώ, να αφήσω πάνω σου όλα τα κομμάτια μου.
Σε πίστεψα τόσο πολύ, που έχτισα μια ολόκληρη ιστορία γύρω σου. Σε έκανα πρωταγωνίστρια σε κεφάλαια που δεν είχες ποτέ σκοπό να γράψεις. Σε έβαλα μέσα σε παραμύθια που δεν σου ταίριαζαν. Κι εσύ, το δέχτηκες. Ήσουν εκεί, όσο σου συνέφερε να είσαι.
Μια φορά κι έναν καιρό, νόμιζα πως είχες ψυχή. Ότι πίσω από τις λέξεις και τις υποσχέσεις, υπήρχε ουσία. Ότι πίσω από τα χαμόγελα υπήρχε αλήθεια. Δεν είδα το κενό σου. Δεν ήθελα να το δω.
Γιατί σε ήθελα να υπάρχεις. Γιατί αν δεν υπήρχες εσύ, έπρεπε να παραδεχτώ πως όλα ήταν ένα ψέμα που εγώ έστησα. Κι αυτό πονούσε πιο πολύ απ’ όσο άντεχα.
Μια φορά κι έναν καιρό, σε έκανα γυναίκα που δεν ήσουν. Σε στόλισα με λέξεις που δεν σου ανήκαν. Σου έδωσα ρόλους που δεν σου άξιζαν. Κι όταν τελικά έδειξες ποια πραγματικά είσαι, δεν άντεξα την εικόνα. Δεν άντεξα το πόσο ξένη ήσουν με εκείνη που πίστεψα.
Μια φορά κι έναν καιρό, σε αγάπησα. Ή έτσι νόμιζα. Γιατί αυτό που αγάπησα, δεν ήσουν εσύ. Ήταν η ιδέα σου. Το ψέμα που έστησα και το βάφτισα έρωτα. Το όνειρο που κυνήγησα μέχρι να με ξυπνήσεις βίαια στην πραγματικότητα.
Σήμερα δεν έχω παραμύθια να σου χαρίσω. Ούτε ανάγκη να πιστέψω σε ψεύτικους ρόλους. Έχω μόνο την αλήθεια: πως δεν υπήρξες ποτέ όπως σε έπλασα. Κι αν υπήρξες, το έκανες για λίγο. Όσο χρειαζόταν για να με κρατήσεις κοντά σου.
Μια φορά κι έναν καιρό, σε έβαλα στην καρδιά μου.
Σήμερα, σε βγάζω απ’ το στόρι.
Γιατί δεν υπάρχεις πια.
Ίσως να μην υπήρξες ποτέ.
