Γράφει ο Κώστας Ανδρεόπουλος.
Τα μάτια της υγρά, καθώς τον έβλεπε να ξεμακραίνει από κοντά της. Ό,τι είχε και δεν είχε του το πρόσφερε δίχως καμία αναστολή και εγκράτεια, με τον τρόπο που ήξερε να δίνει εκείνη και ας ήταν λειψός και ας ήταν πότε κρύο, ποτέ ζέστη. Βλέπεις, κανείς δεν της έδωσε οδηγίες, κανείς δεν της μοίρασε συμβουλές και δήθεν πρέπει, έπρεπε μοναχή της να τα ανακαλύψει και να τα κουμπώσει στην καρδιά και στο μυαλό της.
Έδωσε σ’εκείνον ό,τι χωρούσε η ψυχή της, ό,τι είχε ζυμώσει στο μέσα της όλα αυτά τα χρόνια μόνη, όπως το είχε καταφέρει επίσης μόνη κι ας ήταν κάποια κομμάτια της μισά κι ας ήταν αρκετά από τα θεωρήματα της εσφαλμένα, συμπαρασύροντας υποθέσεις και συμπεράσματα δικά της σε λάθος δρόμο. Είναι άνθρωπος και εκείνη, έχοντας διαχρονικό δικαίωμα στο λάθος και στην άστοχη κρίση, μα κάποιες φορές η ζωή είναι τόσο άδικη, σαν να μας γυρνάει την πλάτη.
Έτσι και σε εκείνη, το φαινομενικά δικό της παιχνίδι χάθηκε σε μια παρτίδα μισή. Εκείνος που θεώρησε “δικό της”, ο άνθρωπος που περίμενε χρόνια ολόκληρα να κάνει την είσοδο του στη ζωή της, δεν ήταν πια εκεί. Εκεί, για να της δώσει ελπίδα, εκεί για να απομακρύνει τους φόβους και τις ανασφάλειες της, βάζοντάς την στην αγκαλιά του, χαϊδεύοντάς της τα μαλλιά. Δίπλα της, την στιγμή που εκείνη θα λυγίσει και θα φωλιάσει νιώθοντας ασφάλεια στο στήθος του, τη στιγμή που οι άμυνες και όποια ίχνη δύναμης της έχουν απομείνει, εξαφανίζονται σε μία μόνο στιγμή.
Πίστεψε στο όνειρο που διαδραματιζόταν στη ζωή της, στο δικό της όνειρο, που φανταζόταν, ήθελε και ευχόταν να το ζήσει πολλά χρόνια τώρα. Τα συναισθήματά της για εκείνον δεν γινόταν να περιοριστούν ή να κρυφθούν, τα κοντέρ της ψυχής της είχαν πιάσει κόκκινα, κάνοντας το δόσιμο της ολοκληρωτικό και απόλυτο. Είχε δεθεί με εκείνον, σε βαθμό τέτοιο που δεν πίστεψε στιγμή πως κάτι θα συμβεί και όλες εκείνες οι λιακάδες της θα χάνονταν εν μία νυκτί!
Ήταν εκείνος, που τα λόγια του την ταξίδευαν σε κόσμους που δεν είχε διαβεί ποτέ, ανεξερεύνητα μονοπάτια που μόνο στην όψη του βλέμματός του θέλησε να τον εμπιστευτεί και να τα διασχίσει κρατώντας τον σφιχτά από το χέρι. Ήταν εκείνος, που τα λόγια του ακολουθούσαν πράξεις, βλέποντάς τα να υλοποιούνται, νιώθοντας ολόκληρη και ασφαλής σε κάθε κίνησή του και κουβέντα. Ταυτιζόταν μαζί του, ορθώνοντας στην όψη του κάθε τρυφερή μα και συνάμα απόκρημνη και δύσβατη πτυχή του θηλυκού της κόσμου, προκαλώντας τον να εισβάλει μέσα της και να την λεηλατήσει με έρωτα. Από εκείνον που κόβει ανάσες, που καταστέλλει άμυνες και πορθεί παλάτια..
Ήταν εκείνος που της έδειξε κάτι το διαφορετικό από τον μέσο όρο, τον δικό του διαφορετικό κόσμο, που μέσα του πάντρευε συναίσθημα και μπέσα. Λόγια λίγα με νόημα βαθύ, όπου καμία περίληψη δεν θα χωρούσε την εξήγηση τους. Μόνο το βλέμμα του αρκούσε ώστε να της κόψει την ανάσα. Στο άγγιγμά του παρέλυε. Ήταν εκείνος που περίμενε καιρό..
