Γράφει η Βίκη Πλευρίτη
Και να σκεφτείς ότι σαν σήμερα σε γνώρισα.
Σε φέρνω στη μνήμη μου, σαν από ανάγκη για να έρθουν στην επιφάνεια όλα τα όμορφα του ξεκινήματος, σαν από επιθυμία για ένα καινούριο ξεκίνημα.
Παλεύω να σε συγχωρέσω, να πάψει η αγάπη να υποφέρει από το ψέμα σου, όμως αυτό είναι πάντα εκεί δίπλα στη μορφή σου στέκει πάντα.
Ακόμα δεν μπορώ να αποδεχτώ πως ένα ον που ονομάζεται και κατατάσσεται στο είδος των ανθρώπων, μπορεί να συμπεριφέρεται έτσι. Με τι και με ποια δικαιοδοσία πάνω σε τούτον εδώ τον κόσμο;
Καρφώνεται η τελευταία σου κουβέντα στο μυαλό μου, «Τι πήγες και έκανες»;
Εσύ τι πήγες κι έκανες με την ψυχή μου; Με ποιο δικαίωμα με χάϊδευες, με ποιο με κοίταγες στα μάτια μέσα, με ποιο δικαίωμα ξημέρωνες στον καναπέ μου, πως στεκόσουν όρθιος μπρος στο καντήλι μου;
Αδιανόητο κι αχώνευτο μου είναι, το πως καταφέρνεις κι εξουσιάζεις ακόμα και τώρα τη σκέψη μου, μα ευτυχώς όχι πια την ψυχή μου.
Αυτή ησύχασε για άλλη μια φορά, δεν ήξερες ότι είναι συνηθισμένη στα στραπάτσα;
Εκεί λοιπόν στη σκέψη την αδάμαστη έρχομαι και θυμώνω!
Την ψυχή μου την γλίτωσα από βέβαιο θάνατο, κι αν είναι ακόμα ανάπηρη, ακόμα ζει και παλεύει κι ακόμη ελπίζει.
Τι δεν το πιστεύεις;
Ακόμα ονειρεύεται, για δες στα πήρα τα όνειρα έμεινες εσύ χωρίς αυτά. Σου πήρα κι εγώ κάτι έτσι σαν εκδίκηση, μου έκοψες τα φτερά και την ανάσα, ζήσε τώρα έτσι και αν σου ανέβηκε το ηθικό στο τέλος, στο πέταξα κι αυτό στα μούτρα σου.
Και να φανταστείς ότι σαν σήμερα σε γνώρισα και σε ερωτεύτηκα, όσο δεν ξανά ΄χα ερωτευτεί ποτέ κανέναν. Και μπράβο σου λοιπόν, τα κατάφερες κι έγινες της ψυχής μου ο χειρότερος. Θέλει κόπο αυτό που πέτυχες, μπράβο σου!
