Γράφει η Αστέρω
Και βέβαια τον καταλαβαίνω.
Καταλαβαίνω πότε με θέλει ακόμη κι όταν δεν κάνει τίποτα. Ίσως περισσότερο τότε. Γιατί υπάρχουν στιγμές που δε χρειάζεται ούτε άγγιγμα ούτε λέξη. Μόνο εκείνο το βλέμμα που μένει πάνω μου σταθερό και ξαφνικά όλος ο χώρος μοιάζει μικρότερος.
Ξέρω τι σημαίνει όταν με κοιτάζει έτσι.
Το έχω νιώσει κι εγώ.
Είναι αυτή η παράξενη ανυπομονησία λίγο πριν πλησιάσει. Η σκέψη που περνάει από το μυαλό μου και τη διώχνω, μόνο και μόνο για να επιστρέψει λίγα δευτερόλεπτα αργότερα. Είναι η επιθυμία να ακουμπήσω πάνω του χωρίς να υπάρχει κάποια δικαιολογία.
Και βέβαια τον καταλαβαίνω.
Καταλαβαίνω γιατί όταν είμαστε μόνοι αλλάζει. Γίνεται πιο ήσυχος. Με κοιτάζει διαφορετικά. Δεν προσπαθεί τόσο να ελέγξει τον εαυτό του. Κι εγώ δεν προσπαθώ πια να κρύψω τον δικό μου.
Υπάρχει κάτι ανάμεσά μας που δε χωράει εύκολα σε λέξεις.
Δεν είναι απλώς έλξη.
Είναι η αίσθηση ότι γνωρίζεις ήδη πώς θα αντιδράσει ο άλλος πριν καν τον αγγίξεις. Ξέρεις πότε θα πλησιάσει. Ξέρεις πότε θα σταματήσει. Ξέρεις πότε θέλει να τον τραβήξεις κοντά σου, ακόμη κι αν δεν σου το ζητήσει.
Κι αυτό είναι ίσως το πιο ερωτικό κομμάτι.
Να γνωρίζεις το σώμα κάποιου μέσα από τις μικρές του αντιδράσεις.
Να καταλαβαίνεις την ανάσα του.
Να νιώθεις πότε σφίγγεται στην αγκαλιά σου και πότε αφήνεται.
Να ξέρεις πως ένα άγγιγμά σου μπορεί να τον κάνει να ξεχάσει τι ήθελε να πει.
Κι εκείνος το ξέρει για μένα.
Ξέρει πότε θέλω να με φιλήσει και πότε θέλω απλώς να με κρατήσει. Ξέρει πότε το βλέμμα μου σημαίνει «έλα» και πότε σημαίνει «μείνε λίγο ακόμη εκεί».
Δε χρειάζεται να του εξηγώ.
Με διαβάζει.
Κι εγώ τον διαβάζω.
Γι’ αυτό, όταν με πλησιάζει, δεν υπάρχει εκείνη η αμηχανία που υπάρχει στην αρχή ενός καινούργιου αγγίγματος. Υπάρχει γνώση. Υπάρχει οικειότητα. Υπάρχει η σιγουριά δύο ανθρώπων που έχουν μάθει ο ένας τις αδυναμίες του άλλου και ξέρουν ακριβώς πώς να τις αγγίζουν.
Και ίσως αυτό να είναι που με κάνει να τον θέλω τόσο.
Όχι μόνο το σώμα του.
Η γνώση ότι πίσω από κάθε άγγιγμα υπάρχει ένα «σε ξέρω».
Και πίσω από κάθε δικό μου βλέμμα υπάρχει ένα «κι εγώ σε θέλω».
Οπότε ναι.
Και βέβαια τον καταλαβαίνω.
Καταλαβαίνω εκείνη τη στιγμή που με κοιτάζει και δε λέει τίποτα.
Γιατί δε χρειάζεται.
Τον κοιτάζω κι εγώ.
Και ξέρει.
