Γράφει η Κορίνα Παπαδοπούλου
Έξω όλα στολισμένα. Ο κόσμος χαρούμενος. Φοράει το καλό του χαμόγελο. Εσύ μόνη. Μόνη να αναρωτιέσαι. Πολλά τα ερωτήματα, εκατομμύρια τα γιατί μα καμιά απάντηση. Έξω να μιλάς, να γελάς, να είσαι ο άνθρωπος που όλοι θαυμάζουν.
Μόλις μπαίνεις όμως στο σπίτι εκεί όλα αλλάζουν. Κλείνεις την πόρτα πίσω σου και καταρρέεις. Δεν έχεις πλέον δυνάμεις να κρατήσεις τον πόνο σου. Τα δάκρυα ποτάμια. Ένας διαπεραστικός, οξύς πόνος στο στήθος. Είναι η καρδιά σου που είναι σπασμένη. Μόνη.
Βγάζεις παπούτσια, παλτό, πετάς την τσάντα στο πάτωμα. Παίρνεις αγκαλιά το μαξιλαράκι από τον καναπέ και πηγαίνεις στο κρεβάτι. Πλέον δεν κοιμάσαι, δεν τρως, καπνίζεις και απλώς υπάρχεις. Σαν να τιμωρείς τον εαυτό σου για μια αγάπη που δεν πέτυχε. Για κάτι που δεν έφταιγες.
Το μόνο που θες μέσα στη μέρα είναι να πέσεις στο κρεβάτι και να πάρεις αγκαλιά το μαξιλάρι που ξάπλωνε. Προσπαθείς να βρεις την μυρωδιά του επάνω του. Δεν τα καταφέρνεις πάντα κι αυτό σου φέρνει κι άλλα δάκρυα. Σπαράζεις.
Κλείνεις τα μάτια και προσπαθείς να ζωντανέψεις τη νύχτα που ξάπλωνε στα πόδια σου σαν παιδί. Τότε που ήθελες ο κόσμος να σταματήσει. Που καμιά άλλη στιγμή δεν είχε σημασία. Ήθελες να μείνεις εκεί. Εκεί που βλέπατε τηλεόραση και τον χάιδευες γλυκά. Εκείνη τη στιγμή που ήξερες πως πολύ πιθανόν να μην επαναληφθεί ποτέ. Προσπάθησες να ρουφήξεις κάθε δευτερόλεπτο. Πονάς.
Τα μάτια σου κατακόκκινα και πρησμένα από το κλάμα. Η ανάσα σου κόβεται. Άλλωστε δεν έχουν σημασία αφού την τελευταία σου ανάσα την άφησες σε εκείνον. Τότε που σε πήρε αγκαλιά. Τότε που ήθελες να χαθείς για πάντα σε εκείνα τα χέρια. Σε εκείνο το «καληνύχτα, πρόσεχε στο δρόμο». Τότε που δεν ήξερες πως οι ερωτευμένοι είναι ατρόμητοι. Φοβήθηκες.
Και τώρα μόνη. Σε ένα άδειο σπίτι. Αγκαλιά με το μαξιλαράκι σου έκατσες στο πάτωμα. Κοίταζες το σαλόνι. Τον έβλεπες παντού. Ονειρεύτηκες να χτυπά η πόρτα και να είναι εκείνος. Πως σου είπε πως έκανε λάθος και πως νιώθει όσα κι εσύ. Πως δεν θέλει να σε χάσει. Φαντάζεσαι.
Σε ξύπνησαν οι πρώτες ακτίνες του ηλίου που μπήκαν ακάλεστες από το παράθυρο του σαλονιού. Εσύ ακόμη εκεί, στο πάτωμα αγκαλιά με το μαξιλάρι σου. Σηκώνεσαι να ετοιμαστείς και για την σημερινή παράσταση.
Φοράς την μάσκα σου φτιάχνεις τα μαλλιά σου και ζωγραφίζεις ένα μεγάλο χαμόγελο στα χείλη σου, σαν εκείνο το πελώριο που έχουν οι κλόουν. Το έργο της ζωής σου με τίτλο «Η αγάπη μου ήταν λίγη μάτια μου» σε κείμενο και σκηνοθεσία του δειλού έρωτα.
Το μόνο που σου δίνει δύναμη είναι πως το βράδυ θα προσπαθήσεις και πάλι να βρεις το άρωμα του στο μαξιλαράκι.
Μου λείπεις.
