Γράφει η Ειρήνη Αντωνάκη
Δεν νομίζω ότι θα ξεχάσω αυτή τη τσάντα εύκολα και μεταξύ μας δεν νομίζω ότι θέλω. Όσο καλά και αν την έχω κρύψει πάντα θα βρίσκω τρόπο να την εντοπίζω για να θυμάμαι ό,τι με κόπο προσπάθησα να ξεχάσω. Κάθε φορά η ίδια κίνηση, ανοίγω τη ντουλάπα, βγάζω τα μπροστινά ρούχα και την πιάνω στα χέρια μου.
Δεν έχει φθαρεί παρά το πέρασμα των χρόνων, έχει σκουριάσει μόνο το χρυσαφί αλυσιδάκι της. Είναι μικρή μα έχει χωρέσει όλα αυτά που εμείς δεν μπορέσαμε ούτε να ξεστομίσουμε. Το λευκό της χρώμα διατηρείται άψογα. Οι χρυσές λεπτομέρειες της είναι πιο έντονες από ποτέ.
Ενώ κάθε φορά απλά την κοιτάω σήμερα κάνω τη κίνηση να την ανοίξω. Καθώς ανοίγω το κούμπωμα, γλιστράει από μέσα ένα μικρό μαύρο βραχιόλι, εκείνο που μου είχες αγοράσει εκείνο το βράδυ. Επεξεργάζομαι αυτό που κρατάω στα χέρια μου και έχω βουρκώσει.
Κάθε φορά που θα πιάνω αυτή τη τσάντα θα θέλω να ουρλιάξω ένα τεράστιο γιατί, ένα γιατί και ένα γαμώτο που εμείς οι δύο μόνο ως ξένοι μπορούμε να υπάρχουμε. Την βάζω ξανά πίσω στη θέση της.
Κάποια στιγμή θα πρέπει να την πετάξω, κάποια στιγμή πρέπει να τη βγάλω από τη ζωή μου όπως έκανα με αυτόν που μου την έδωσε. Αλλά μέχρι να έρθει αυτή η στιγμή θα ξαναγυρνάω για να παίρνω μια τζούρα από το μαζί που ζήσαμε ώστε να μην ξεχάσω ότι κάποια στιγμή ένιωσα.
