Γράφει η Καίτη Αγγελιδάκη
Ήρθες και ξύπνησες τους πιο βαθιά κρυμμένους φόβους μου.
Όχι με θόρυβο, όχι με ένταση. Ήρθες ήσυχα, σχεδόν αθόρυβα, και στάθηκες εκεί που νόμιζα πως δεν υπάρχει τίποτα πια να αγγίξει κανείς.
Είχα μάθει να κρύβομαι καλά. Να χαμογελάω εκεί που έπρεπε, να αποφεύγω εκεί που πονούσε. Να δείχνω δυνατή, ενώ μέσα μου κρατούσα μικρά κομμάτια που δεν είχα τολμήσει ποτέ να κοιτάξω κατάματα. Τα είχα αφήσει στην άκρη, να ησυχάσουν. Ή έτσι πίστευα.
Κι ύστερα ήρθες εσύ.
Και ξαφνικά, όλα όσα είχα θάψει άρχισαν να ανασαίνουν ξανά. Οι φόβοι μου πήραν μορφή. Η ανασφάλεια βρήκε φωνή. Κι εγώ βρέθηκα μπροστά σε έναν καθρέφτη που δεν με άφηνε να κρυφτώ.
Δεν ήταν εύκολο.
Δεν ήταν όμορφο.
Ήταν εκείνες οι στιγμές που ένιωθα να χάνω τον έλεγχο. Να φοβάμαι μήπως σε χάσω πριν καν σε κρατήσω. Να αμφιβάλλω για μένα, για εμάς, για όσα ένιωθα. Να παλεύω ανάμεσα στο να μείνω και στο να φύγω πριν πληγωθώ.
Και κάθε φορά που πλησίαζες, ένα κομμάτι μου έκανε πίσω.
Όχι γιατί δεν ήθελα.
Αλλά γιατί ήθελα πολύ.
Κι αυτό ήταν το πιο τρομακτικό.
Γιατί όταν δεν σε νοιάζει, δεν φοβάσαι.
Όταν όμως αρχίζεις να νοιάζεσαι, τότε είναι που όλα αποκτούν βάρος. Τότε είναι που οι άμυνες σηκώνονται, που η καρδιά διστάζει, που το μυαλό προσπαθεί να σε προστατεύσει από κάτι που δεν έχει καν συμβεί ακόμα.
Κι όμως, μέσα σε όλο αυτό το χάος, υπήρχε κάτι αληθινό.
Κάτι που δεν έμοιαζε με φόβο.
Ήταν εκείνες οι στιγμές που σε κοιτούσα και ένιωθα ηρεμία. Που όλα σωπαίναν για λίγο και έμενε μόνο αυτό που ζούσαμε. Χωρίς σκέψεις, χωρίς άμυνες.
Και τότε κατάλαβα.
Δεν ήρθες για να με φοβίσεις.
Ήρθες για να μου δείξεις τι υπάρχει ακόμα μέσα μου. Να μου θυμίσεις πως, όσο κι αν φοβάμαι, μπορώ ακόμα να νιώσω.
Και ίσως…
ίσως αυτό να αξίζει περισσότερο από την ασφάλεια που είχα μάθει να κρατάω.
