Γράφει η Αναστασία Κοζίμπα.
Είναι ο παιδεμός από το δυσεξήγητο συναίσθημα που δημιουργεί χαμόγελα. Άλλωστε αυτό που γίνεται κατανοητό δεν υπάρχει πια. Κάπου εδώ στο πουθενά σου χωρίς να μου τάζεις στιγμές με πελώρια κάστρα και νεράιδες.
Χωρίς να μου στερήσεις χαμόγελα. Σε αυτό το λευκό του Νοέμβρη που άλλοτε τρόμαζα, βλέπω όλα μου τα καλοκαίρια.
Βλέπω το μαζί στο πάντα κι ας γνωρίζω ότι πληγώνεται ο εγωισμός.
Βλέπω φως εκεί που κρύβεται ο ήλιος, ανθισμένα δέντρα σε ξερά κλαδιά.
Βλέπω εσένα στις πιο ήσυχες παραλίες μου.
Βλέπω εμένα στην πιο ήρεμη εκδοχή μου.
Χαμογελάς και κλαις στις λέξεις.
Είναι καλοκαίρι εδώ.
Είναι καλοκαίρι εδώ πώς να συνηθίσω.
Καλοκαίρι στα λόγια που έχω στο στόμα μου.
Είναι κι αυτοί οι άνθρωποι που ξέρεις, χωρίς να έχεις γνωρίσει ακόμα.
Τις συζητήσεις που έκανες χωρίς να μιλήσεις.
Είναι η ιδέα ότι υπάρχεις ξανά σε άλλο σώμα, ίδιο μυαλό.
Μπλέκονται τα δάχτυλα μου με τα δικά σου και ακόμα δεν έχω αρχίσει.
Έχω ξαπλώσει μαζί σου και ας μην ήμουν, έχω καθίσει με τις ώρες να σε χαζεύω να παραμιλώ προσευχές για αυτό το χαμόγελο.
Ξέρω πως πίνεις τον καφέ σου κι ας μη ξυπνήσαμε μαζί.
Ταίριαξα το σώμα μου στο δικό σου, δε ξεχώριζες.
Έχουμε καθίσει στο ίδιο τραπέζι με φίλους κι ας μη τους γνώρισες ακόμα.
Αφήνομαι στο αύριο όσο κι αν ο ενθουσιασμός πιέζει τις ώρες.
Τι σημαίνει ο άνθρωπος όταν πάψει να περιμένει;
Τι γεύση δίνει στην ψυχή το δεδομένο;
Δε θα γίνω, δε θα γίνεις.
Πώς να συμβεί σ’αυτό το ταίριασμα, συνήθεια να στάξει;
Και όταν όλο αυτό που ακόμα δε ζήσαμε κάνει τον κύκλο του, θα σε περιμένω εκεί στο ίδιο ακριβώς σημείο.
Δυο άλλοι, εμείς διαφορετικοί ξανά
Αυτή η ζωή, δέκα ζωές χρωστά.
