Γράφει η Σοφία Σοφιανίδου
Σε κοιτούσα και ήξερα ήδη το σημείο που θα φοβόσουν.
Όχι όταν σε άγγιζα· αυτό το ήθελες. Ούτε όταν σε πλησίαζα τόσο που ένιωθες την ανάσα μου να σπάει πάνω σου. Εκεί χαλάρωνες, εκεί αφηνόσουν. Το σώμα σου ήξερε τον δρόμο. Τον είχε μάθει καλά.
Φοβόσουν όταν άρχιζα να σε βλέπω.
Όταν δεν στεκόμουν στην επιφάνεια, όταν δεν αρκούμουν σε αυτό που έδειχνες. Όταν έμενα λίγο παραπάνω, λίγο πιο μέσα, εκεί που δεν είχες συνηθίσει να σε κρατά κανείς. Εκεί που δεν υπήρχε έλεγχος, ούτε ρόλος να σε προστατεύσει.
Και το καταλάβαινα. Από τον τρόπο που άλλαζε το βλέμμα σου, από τη μικρή απόσταση που έβαζες ανάμεσά μας χωρίς να το παραδεχτείς. Από το πώς ήθελες ξαφνικά να γυρίσεις στο «εύκολο».
Αλλά εγώ δεν ήθελα το εύκολο μαζί σου.
Σε ήθελα εκεί που δεν είχες λόγια. Εκεί που το δέρμα σου θυμόταν πριν από εσένα. Εκεί που ο έρωτας δεν ήταν απλώς επιθυμία, αλλά αποκάλυψη. Σε άγγιζα και ένιωθα ότι διαπερνούσα κάτι πιο βαθύ από το σώμα σου. Σαν να έφτανα σε εκείνα τα κομμάτια σου που ούτε εσύ δεν κοιτούσες συχνά.
Ήξερα πως αυτό σε τρόμαζε.
Γιατί δεν ήμουν απλώς εγώ. Ήταν ό,τι ξυπνούσε μέσα σου όταν με άφηνες να πλησιάσω έτσι. Ήταν οι παλιές σου σιωπές, οι στιγμές που δε σε κράτησαν, οι φορές που έμαθες να μαζεύεσαι για να μη διαλυθείς. Εγώ απλώς άγγιζα, αλλά εσύ θυμόσουν.
Και τότε έκανες πίσω.
Όχι γιατί δε με ήθελες. Αλλά γιατί με ήθελες περισσότερο απ’ όσο άντεχες.
Σε ένιωθα όταν πάλευες να κρατήσεις τον έλεγχο. Όταν προσπαθούσες να μείνεις στην επιθυμία, χωρίς να αφήσεις την οικειότητα να σε παρασύρει. Σαν να ήθελες να με έχεις, αλλά να μη σε γνωρίσω ποτέ ολοκληρωτικά.
Μα εγώ δεν μπορούσα να σε θέλω μισό.
Σε ήθελα ολόκληρο. Με τις ρωγμές σου, με τις αντιστάσεις σου, με εκείνη τη στιγμή που ήθελες να φύγεις επειδή ήταν «πολύ». Ήθελα να είμαι εκεί ακριβώς τότε. Όχι για να σε κρατήσω με το ζόρι, αλλά για να σου δείξω πως δε χρειαζόταν να κρυφτείς.
Και κάπου εκεί, σχεδόν αθόρυβα, άλλαξε κάτι.
Δεν ήταν μια μεγάλη στιγμή, ούτε μια υπόσχεση. Ήταν ο τρόπος που έμεινες λίγο περισσότερο. Που δεν έφυγες αμέσως. Που με κοίταξες ξανά χωρίς αυτή τη φορά χωρίς να αποστρέψεις το βλέμμα.
Ίσως για πρώτη φορά δεν προσπάθησες να σωθείς από αυτό.
Και τότε σε ένιωσα αλλιώς. Όχι λιγότερο φοβισμένο, αλλά πιο ανοιχτό. Σαν να άφησες μια χαραμάδα. Και μέσα από αυτήν, μπήκε κάτι που δεν ήταν απειλή.
Ήταν εμπιστοσύνη.
Κι εκεί κατάλαβα πως η αγάπη δε σε έλυνε για να σε διαλύσει.
Σε έλυνε για να μπορέσεις, επιτέλους, να μείνεις.
