Γράφει ο Σταύρος Χριστοδούλου
Βλέπω το ηλιοβασίλεμα.
Σαν τότε.
Έλεγες πως ήταν η ώρα των χρωμάτων μου.
Θυμάσαι;
Κι όμως, βρίσκομαι σε κάθε ηλιοβασίλεμα, στην ίδια παραλία, ακούγοντας την ίδια playlist που ακούγαμε μαζί.
Στο ίδιο μέρος, την ίδια στιγμή.
Πρώτη φορά βλέπω ένα μέρος τόσο ξένο αλλά και τόσο γνώριμο ταυτόχρονα. Τίποτα δεν φαίνεται να είναι το ίδιο πια.
Η θάλασσα είναι πιο ήρεμη από κάθε άλλη φορά που ερχόμασταν μαζί. Σαν να περιμένει τον ήλιο να βυθιστεί απαλά και σιωπηλά, όπως έφυγες εσύ. Δεν ήθελε να τελειώσει με θόρυβο αυτή η μέρα. Ο μόνος θόρυβος είναι ο ήχος των κυμάτων που σπάνε, σαν απαλό χάδι στα πόδια μου. Μου θυμίζει τις μέρες που δεν μπορούσαμε να καθίσουμε, γιατί τα κύματα ήταν δυνατά. Σαν να ήξερε ότι δεν βρίσκεσαι δίπλα μου και ήθελε να με παρηγορήσει. Ήταν το μόνο χάδι που μπορούσα να έχω.
Έχω ακόμα τα κοχύλια που είχες βρει. Τα κρατάω σφιχτά στο χέρι μου, που κάποτε κρατούσες εσύ. Σαν φυλαχτό. Είναι ο μόνος τρόπος για να σε νιώθω κοντά μου.
Το ηλιοβασίλεμα έχει χάσει πια την επιρροή του πάνω μου.
Μακάρι να καθόσουν δίπλα μου.
Ο χρόνος κυλούσε αργά, ο ήλιος κατηφόριζε. Κάτι που δεν συνήθιζε να κάνει όταν ήσουν κι εσύ εδώ. Ο ουρανός τότε βιαζόταν να τελειώσει και να φανερώσει τα όμορφα αστέρια του, μαζί με το φεγγάρι.
Θυμάσαι;
Ήταν η ώρα των δικών σου χρωμάτων.
