Γράφει η Αναστασία Κοζίμπα.
Φταις για όλα, φωνάζανε οι πράξεις σου. Το βλέμμα σου εκείνο το πρωινό που ούτε τον καφέ μου δε πρόλαβα να ολοκληρώσω. Δεν ήμουν σε θέση να κατανοήσω πόσο καλό θα μου χάριζε αυτή η παράλογη στάση σου. Έψαχνα λέξεις να αντιδράσω αλλά σαν χάσιμο χρόνου κι αυτό, σώπαινα. Καθόσουν απέναντι μου και σαν τρίτος εγώ παρακολουθούσα γελώντας, την πιο ανάπηρη συναισθηματικά συμπεριφορά σου.
Πού είσαι και πού είμαι τώρα!
Πάσχιζες να ρουφήξεις ζωή από την ζωή μου με τον πιο διαστροφικό τρόπο αλλά σ’αγάπησα.
Άμεμπτες ηθικές αξίες, να σου εξασφαλίσουν μια καλή εικόνα.
Άτομο αναίσθητο, χωρίς πραγματικό συναίσθημα. Άλλωστε αν μπορούσες να συνειδητοποιήσεις την οδύνη σου, θα έκανες ένα βήμα.
Σου φώναζα εκείνο το βράδυ, μα δεν ακούστηκα.
Μια επίθεση διαρκείας, έτσι ώστε το θύμα να μη μπορεί να ξεχάσει, ε;
Λάθος θέση για να δημιουργήσεις πραγματικό δέσιμο επομένως και οι σχέσεις σου διέπονται από διαστροφικότητα, σκέφτηκα και τάιζα χρόνο τις αντοχές μου.
«Θα φύγω» φωνάζαν επίσης και τα χρόνια μας, δε το είχες πιστέψει, ίσως ούτε κι εγώ πραγματικά. Προσπάθησα να σε βοηθήσω, να καταλάβεις. Μα όταν το θύμα αντιδράσει και πέσει στην παγίδα της πρόκλησης, χαρακτηρίζεται επιθετικό.
Αστείο ε;
Πώς φαντάζει ιδανικό ετούτο το άδειασμα!
Τι να εξηγήσω και ποιος να καταλάβει;
Προς τα έξω δε φαίνεται τίποτα και οι τρίτοι δε μπορούν να δουν καθαρά το πρόβλημά σου. Το τέλειο έγκλημα. Με αυτόν τον τρόπο και οι φίλοι καταλήγουν υποχείριό σου.
Θυμάμαι δε θύμωσα, μάζεψα κι εγώ την μισή ευθύνη και πλησίασα την πόρτα.
Ποιος θα σε νοιαστεί πραγματικά; Σε λυπήθηκα.
Σε κοίταξα στα μάτια, μα σε σύγχυση τα συναισθήματα δε με άφηναν να αντιδράσω.
Σκέφτηκα εμένα ή εσένα και έμεινα;
Ήθελα να με ακούσεις, μα δεν έμαθες.
Σε δικαιολόγησα.. πόσα τραύματα σου άνοιξαν τα χρόνια.
Ένα έργο σε επανάληψη αυτό σε μάθανε. Δε σε κατηγορώ.
Αλλάζεις μόνο τα ονόματα, μα οι αντιδράσεις ίδιες.
Έπρεπε να φύγω για να καταλάβω πόσο με άλλαξες.
Σε πήρα αγκαλιά με τον καιρό και σε φροντίζω ακόμα.
Έπρεπε να φύγω..
