Γράφει ο Γιώργος Καραγεώργος
Από την κούνια του ένας αλήτης ήτανε. Μεγαλωμένος μέσα σε λαϊκές γειτονιές και μέσα σε αλάνες, με ματωμένα γόνατα, σακατεμένα χέρια κι ουλές στην μούρη του απ΄ τους καβγάδες. Μεγαλωμένος εκεί που το δόσιμο, η προσφορά κι η βοήθεια είναι νόμοι άγραφοι. Εκεί που οι λέξεις, φιλότιμο, μπέσα κι ανθρωπιά, δεν είναι λέξεις, είναι κανόνες, είναι καθεστώς, είναι συνθήκη και θεώρημα.
Από την κούνια του ένας αλλόκοτος άνθρωπος ήτανε στα μάτια των πολλών, που μιλούσε με τις πράξεις του και που τα λόγια του ήτανε λιγοστά και σπάνια. Ένας που σνόμπαρε τους δήθεν, που έφτυνε τους επιδειξίες, που ξενέρωνε με τα ψώνια, τους τάχα μου και τους υποκριτές.
Από την κούνια του σας λέω, καλοπροαίρετα τους εμπιστευόταν τους ανθρώπους κι ας τα έτρωγε τα μούτρα του πάρα πολλές φορές, μα όταν το καταλάβαινε ο μπαγάσας, τότε τους τελείωνε χωρίς δεύτερη σκέψη, τους εξαφάνιζε, τους “θανάτωνε” οριστικά!
Από την κούνια του άκουγε τους πάντες, μέχρι να καταλάβει ότι κάποιους, δεν είχε κανένα λόγο να τους ακούει, γιατί ήταν ψεύτικοι και ψεύτες, κι αυτός μισούσε με όλη την δύναμη της ψυχής του κάθε τι ψεύτικο και τότε τους διέγραφε από μέσα, μια για πάντα κι αμετάκλητα.
Από την κούνια του τα είχε τα κότσια κι έλεγε ξεκάθαρα τις σκέψεις του κι ας μην τα είχανε τα κότσια κάποιοι να τον ακούσουν, αυτός αδιαφορούσε εντελώς και τις αλήθειες του τις ούρλιαζε ή τις έκανε λέξεις επάνω σε χαρτιά και σε οθόνες.
Από την κούνια του ήταν εκείνος ο τύπος που τα προβλήματα του, ήταν κατά – δικά του, που δεν ζητούσε ποτέ του ελεημοσύνες, χάρες και λύσεις από τους άλλους, τα έλυνε όλα μόνος του. Ήταν εκείνος ο τύπος που τις στεναχώριες του τις πότιζε ουίσκι, τις έκανε τζούρες στο στριφτό του και τις χόρευε ζεϊμπέκικο, χωρίς να ξέρει κανένας τους δικούς του τους σταυρούς, δεν το άντεχε ο εγωισμός του!
Κάποιοι τον έλεγαν καλό παιδί και κάποιοι άλλοι κακό, όσοι τον είχαν δει κι από την ανάποδη, τον έτρεμαν και τον έλεγαν κωλόπαιδο, είτε όμως καλό είτε κακό, αυτός πάντα παρέμενε ένα παιδί σε σώμα αντρικό.
Κάποιοι που λέτε τον λάτρεψαν πολύ και κάποιοι άλλοι τον μίσησαν παράφορα, αλλά αυτός αρνιότανε πεισματικά να αλλάξει τις αξίες και να κάνει εκπτώσεις στις αρχές του, γιατί τέτοια ήτανε η φτιαξιά του.
Από την κούνια του ένας αλήτης ήταν, που ξεροκέφαλα πίστευε στην αγάπη, που μιλούσε με πάθος για τον έρωτα, για το μαζί και για την δύναμη της αγκαλιάς, και που τα είχε όλα πληρωμένα ακριβά…
