Γράφει ο Αλέξανδρος Χωριανούδης.
Ναι, σε εσένα μιλάω και σταμάτα να κάνεις πως δεν καταλαβαίνεις.
Πόσο πίστευες πως θα το κράταγες κρυφό;
Γύρισες και είναι η ώρα η μεγάλη να λογαριαστούμε.
Για αρχή πάρε ένα ευχαριστώ.
Ευχαριστώ που μου έμαθες να μην νοιάζομαι για το πώς νιώθει ο οποιοσδήποτε πια και φυσικά κανείς δεν θα νοιαστεί πραγματικά για το πώς νιώθω εγώ.
Στη συνέχεια να σου πω πως το φορεματάκι που φόραγες σήμερα, ήταν εξαίσιο.
Τι; Δεν με είδες;
Ναι, δεν με είδες κάπου μεταξύ χάνομαι στον κόσμο και παρακαλώ να ανοίξει η γη να μπω μέσα.
Και τώρα και μια ερώτηση.
Γιατί διάολο γύρισες;;
Τι δεν σου άρεσε στην Νύμφη του Βορρά και ξαναγύρισες να μου σπας τα νεύρα εδώ;
Τέλος πάντων, δεν είσαι εσύ το θέμα, εγώ είμαι.
Δεν γουστάρω να υπάρχεις οπουδήποτε γύρω μου, τι δεν καταλαβαίνεις;
Δεν σε έχω βγάλει ακόμα από τον οργανισμό μου. Δεν πέτυχε η αποτοξίνωση ρε, τι δεν καταλαβαίνεις;
Μπήκε στη ζωή μου το αλκοόλ και μπόρεσα να ζήσω με το να σε θυμάμαι. Αλλά άπαξ κι είσαι εδώ, δε μας σώζει ούτε δωρεά των Ρώσων σε βότκα.
Γιατί πάνω που όλα πάνε καλά, να μπαίνουν στις ζωές μας οι πιο ακατάλληλοι άνθρωποι;
Κι εκεί που λες ανάσκελα πριν κοιμηθείς, «Τέλεια, όλα είναι στη σειρά τους», γιατί τότε, μα μόνο τότε, να έρχεται η άλλη και να στα γυρνάει ανάποδα;
Δεν σ’ερωτεύτηκα γιατί είσαι όμορφη, αν είσαι όμορφη. Σ’ερωτεύτηκα γιατί κάθε φορά που περνούσες δίπλα μου, σ’ένιωθα όμορφη.
Δεν καταλαβαίνεις τι εννοώ μάλλον.
Να στο σπάσω.
Μου μιλούσε ο τρόπος που περπάταγες.
Είσαι όμορφη σε κάτι μικρές λεπτομέρειες. Στα χείλη σου, που φαίνονται να χαμογελάνε λίγο, όταν κλείνεις τις ατάκες σου. Στην φωνή σου, που είναι λίγο μπάσα, χωρίς βραχνάδα, που τη νιώθω να μου κρύβεται. Είσαι όμορφη με έναν τρόπο που δε θα δει κανένας. Μυρίζεις υπέροχα. Δεν ξέρω να στο πω αλλιώς.
Μπορεί να θυμάσαι που σού’χα πει, «Αν ήσουν σωστή, όπως είσαι κι όμορφη, ο κόσμος θα ήταν καλύτερος».
Ο κόσμος δε θέλει την ομορφιά την πάνω-πάνω, από αυτήν έχει μπόλικη.
Θέλει ομορφιά σαν την δική σου, αυτήν που δεν την βλέπεις με τη μια. Την ομορφιά την πάνω-πάνω τη βαριέσαι κάποτε. Το άρωμα μένει για χρόνια στο λουλούδι. Ο κόσμος δε θέλει παραπάνω λουλούδια, θέλει παραπάνω αρώματα.
Μάλλον όμως σε παρεξήγησα.
Λες στις φίλες σου, είμαι κακός κι εγωιστής και τρελαμένος.
Και, ξέρεις; Η αλήθεια είναι πως παίζει και νά’μαι.
Γι’αυτό και δε θέλω να σε δω, με έχεις κουράσει, με έχει κουράσει να σε σκέφτομαι, δε θέλω να ασχολούμαι άλλο με την πάρτη σου, πώς το λένε; Όχι δηλαδή πως θα σταματήσω κιόλας, αλλά για να τα λέμε στα ίσα που και που.
Μόλις κατάλαβα πως, πιθανότατα, δε σε νοιάζει και πολύ το τι έχω να σου πω.
Αλλά δεν τα λέω για ν’ακούσεις. Συνήθως προσπαθώ να κάνω τον κόσμο να χαμογελάει, γιατί να πάνε να γαμηθούνε κι οι αγώνες και η σοβαρότητα κι οι γνώσεις και τα πάντα, αν ξεχάσουμε να χαμογελάμε και να ερωτευόμαστε.
Τα σημερινά απλώς θέλω να τα πω.
Για να τελειώνουμε, επειδή έχω και δουλειές: Έχεις τα πιο όμορφα μάτια που έχω δει.
Άντε γαμήσου.
