Γράφει η Δανάη Χριστοδούλου
Δεν ξέρω αν το θυμάσαι, αλλά κάποτε μου είπες πως «όταν αγαπάς, μένεις».
Κι εγώ έμεινα.
Όχι γιατί δεν ήξερα να φεύγω. Αλλά γιατί δεν ήθελα να φύγω από εσένα.
Γιατί πίστεψα σε κάτι που δεν φτιάχτηκε να κρατήσει, αλλά εγώ το έδεσα στην ψυχή μου.
Έμεινα πίσω από βλέμματα που δεν έγιναν ποτέ λέξεις.
Πίσω από «θα δούμε» και σιωπές που έλεγαν περισσότερα απ’ όσα τόλμησες ποτέ.
Έμεινα, παλεύοντας με το μέσα μου, μέχρι που δεν είχε άλλο.
Δεν ήθελα μεγάλες κουβέντες. Ήθελα να με διαλέξεις.
Όχι όταν δεν έχεις άλλη επιλογή. Όχι όταν δεν έχεις πού αλλού να πας.
Ήθελα να μείνεις γιατί ήθελες. Να κάνεις χώρο, όχι από ανάγκη, αλλά από επιθυμία.
Δεν ήρθες ποτέ στ’ αλήθεια.
Ήσουν πάντα λίγο έξω. Λίγο πίσω. Λίγο “όταν θα μπορέσω”.
Κι εγώ ήμουν πάντα εκεί. Στην άκρη. Σου κράταγα θέση.
Αλλά κάποια στιγμή, δεν φτάνει το να περιμένεις.
Κάποια στιγμή, όσο κι αν αγαπάς, καταλαβαίνεις ότι ο άλλος δεν πρόκειται να διαλέξει το μαζί.
Γιατί δεν ξέρει πώς να το κρατήσει. Ή δεν θέλει αρκετά.
Κι έτσι φεύγω.
Όχι με οργή. Όχι με εκδίκηση.
Φεύγω με αγάπη.
Με εκείνη που σου έδωσα και δεν πήρες.
Με εκείνη που δεν τόλμησες να επιστρέψεις.
Κι αν με ρωτήσεις ποτέ γιατί έφυγα, να θυμάσαι το εξής:
Δεν έφυγα επειδή σταμάτησα να νιώθω.
Έφυγα επειδή κουράστηκα να νιώθω μόνη μου.
Και γιατί, ναι, όταν αγαπάς… μένεις.
Αλλά μόνο όταν υπάρχει και κάποιος να μείνει μαζί σου.
