Γράφει η Σοφία Παπαηλιάδου
Στα δεκαοχτώ ερωτεύεσαι με άγνοια κινδύνου. Δεν υπολογίζεις πόσα κόκαλα θα σπάσεις πέφτοντας από τα σύννεφα. Δεν σε νοιάζει κιόλας. Έχεις μια σχεδόν προκλητική βεβαιότητα πως, ό,τι κι αν συμβεί, θα σηκωθείς, θα ξεσκονιστείς και θα ξαναδοκιμάσεις. Έχεις χρόνο για όλα. Για λάθη, για επιστροφές, για μεγάλους έρωτες που τελειώνουν άδοξα και για άλλους που ορκίζεσαι πως θα κρατήσουν για πάντα. Το «για πάντα» άλλωστε στα δεκαοχτώ είναι μια κουβέντα που την πετάς χωρίς να έχεις ιδέα πόσο ζυγίζει.
Μεγαλώνοντας αρχίζεις να κάνεις λογαριασμούς. Όχι οικονομικούς. Χειρότερους. Συναισθηματικούς. Μετράς τι θα χάσεις, τι θα διακινδυνεύσεις, ποιον θα στενοχωρήσεις, πόσο θα αναστατωθεί η τακτοποιημένη σου καθημερινότητα. Μαθαίνεις να συγκρατείσαι, να σκέφτεσαι πριν μιλήσεις, να μη δίνεσαι ολόκληρος. Μη χαλάσουν οι ισορροπίες, μη φουσκώσουν τα νερά, μη βρεθείς ξαφνικά να κολυμπάς σε μια ζωή που νόμιζες πως είχες βάλει σε τάξη.
Και κάπου εκεί, μετά τα σαράντα πέντε, σου συμβαίνει το αδιανόητο.
Ερωτεύεσαι ξανά.
Μόνο που τώρα δεν είσαι αθώος. Ξέρεις πολύ καλά τι μπορεί να πάει στραβά. Έχεις αποχαιρετήσει ανθρώπους που πίστευες πως θα γεράσετε μαζί. Έχεις μαζέψει τα κομμάτια σου χωρίς θεατές. Έχεις κοιμηθεί δίπλα σε απουσίες και έχεις ξυπνήσει το πρωί για να πας κανονικά στη δουλειά. Ξέρεις πόσο κοστίζει ένας έρωτας όταν τελειώνει.
Και, κυρίως, ξέρεις πως δεν έχεις πια την πολυτέλεια να παριστάνεις ότι ο χρόνος είναι ανεξάντλητος.
Γι’ αυτό και δεν ερωτεύεσαι λιγότερο. Ερωτεύεσαι με όλο το βάρος όσων έχεις ζήσει. Με τις πληγές σου, τις ευθύνες σου, τις αντιφάσεις σου. Με τη λογική να σου απαριθμεί τους κινδύνους και το σώμα σου να αδιαφορεί επιδεικτικά για τις εισηγήσεις της.
Δεν θέλεις παραμύθια. Δεν ζητάς υποσχέσεις αιωνιότητας. Θέλεις να τον κοιτάξεις κατάματα, να τον αγγίξεις χωρίς να σκέφτεσαι τι σημαίνει, να πεις αυτό που νιώθεις χωρίς να το περνάς πρώτα από επιτροπή εγκρίσεων.
Κι ας φοβάσαι.
Γιατί φυσικά και φοβάσαι. Μόνο οι ανόητοι δεν φοβούνται τίποτα. Η διαφορά είναι πως τώρα ξέρεις να ξεχωρίζεις τον φόβο από την απόφαση.
Μπορεί να πληγωθείς. Μπορεί να κάνεις λάθος. Μπορεί να βρεθείς πάλι να μαζεύεις τα κομμάτια σου, αυτή τη φορά με λιγότερες αντοχές και περισσότερες υποχρεώσεις.
Αλλά μπορεί και να ζήσεις κάτι που δεν σου είχε συμβεί ποτέ.
Και δεν είναι καθόλου μικρό πράγμα αυτό.
Στα δεκαοχτώ ρισκάρεις επειδή πιστεύεις πως έχεις άπειρες ζωές μπροστά σου. Μετά τα σαράντα πέντε ρισκάρεις επειδή κατάλαβες, επιτέλους, πως έχεις μόνο μία.
Και κάποια στιγμή σταματάς να αναρωτιέσαι αν θα αντέξεις άλλη μια πτώση.
Αρχίζεις να αναρωτιέσαι αν θα αντέξεις να μην πέσεις.
Γιατί τα σπασμένα κόκαλα, αργά ή γρήγορα, δένουν.
Τα ανεκπλήρωτα, όμως, δεν γιατρεύονται. Συσσωρεύονται. Και κάποτε σου ζητούν πίσω, με τόκο, όλα εκείνα τα χρόνια που πέρασες προστατεύοντας τον εαυτό σου από την ίδια του τη ζωή.
