Γράφει ο Nickolas M.
Τρόμαξα που σε είδα σήμερα. Σαν να έβλεπα έναν άλλο άνθρωπο. Σε τίποτα δεν θύμιζες το κορίτσι που έζησα κοντά της, αυτούς τους λίγους έστω μήνες. Σαν να είχες γεράσει ξαφνικά, σαν να είχες στραγγίξει από ζωή. Πρησμένα από τα κλάμα μάτια, μαύροι κύκλοι, μια βαθιά ρυτίδα ανάμεσα στο μέτωπο. Τί ειρωνεία. «Το πιο λαμπερό μέτωπο στον κόσμο» έλεγα. Κι όμως, το έζησα. Έτσι ήσουν τότε.
Θυμάμαι που μου έλεγες για τις απογοητεύσεις σου κι ας ήσουν τόσο μικρή. Το άγχος σου που δεν έχεις γνωρίσει τον άντρα που θα μοιραστείς τη ζωή σου μαζί του. Τα παιδιά που ήθελες να αποκτήσεις και στα 25 σου θεωρούσες ότι είχες ήδη αργήσει. Μου μίλαγες για όλα αυτά με τόση παιδικότητα που ήταν αδύνατο να μη μπεις στην καρδιά μου. Σαν να μου ξύπνησες την αθωότητα, την παιδικότητα, την ανεμελιά. Όλα όσα ήταν τόσα χρόνια πίσω μου, στρυμωγμένα στο υπόγειο με τις αναμνήσεις, ανάμεσα σε χαρτόκουτα και άλμπουμ με φωτογραφίες.
Ακόμα και στο πρώτο μας φιλί αντέδρασες σαν κοριτσάκι. Κοκκίνησες, τραύλισες, έτρεμες. Κι ύστερα χώθηκες στην αγκαλιά μου. Μετά μου είπες ότι μιλάγατε με τις φίλες σου τρεις ώρες στο τηλέφωνο (sorry, στο snapchat εννοούσα, ναι βλέπεις είμαι λίιιγο παλιότερος από σένα!) για μένα και πόσο ενθουσιασμένη ήσουν που γνώρισες έναν άνθρωπο που σε κάνει να νιώθεις ότι μπορείς να στηριχθείς.
Κι αυτό ήταν που ήθελα πραγματικά. Να νοιώσεις ασφάλεια, ηρεμία, ευτυχία. Κι ήσουν όντως ευτυχισμένη. Έλαμπες. Στο έλεγαν όλοι, ακόμα κι οι πιο δύσπιστοι. Όσοι διακριτικά επισήμαναν ότι παραείναι πολλά τα χρόνια της διαφοράς. Ότι δεν έχεις να περιμένεις πολλά από έναν άντρα ήδη κουρασμένο, περπατημένο, που αναζητά την νεανικότητα και την ζωντάνια σε μια νεότερη του. Για να μην σχολιάσω τα περί «γεροντοερώτων» που άκουγα εγώ γύρω μου. Δε μας ένοιαζε.
Ακόμα θυμάμαι τις ατέλειωτες βόλτες στο αιώνια αγαπημένο σου Πασαλιμάνι. Το ολοήμερο περπάτημα στο δικό μου αγαπημένο Βερολίνο, με τα μεγάλα πεζοδρόμια και τα απέραντα πάρκα. Τις μικρές αποδράσεις στο μικρό απομονωμένο χωριό κάπου στην Πελοπόννησο που το ήξεραν μόνο οι μυημένοι.
Αλλά μετά..
Δεν ξέρω τί έγινε μετά. Φοβήθηκες; Σου τέλειωσε; Σε έπεισαν οι καλοθελητές; Δεν έμαθα ποτέ. Απλά μια ανεπαίσθητη στη αρχή, πιο φανερή στη συνέχεια, αποστασιοποίηση. Έτσι, χωρίς να γίνει κάτι. Ένας τσακωμός, μια διαφωνία, κάτι. Απλά απόσταση. Και μετά απλά δεν υπήρχαμε. Δεν ήθελες ποτέ την ένταση. Ίσως οι όποιες εξηγήσεις που ήταν να δώσεις σε φόβισαν. Ότι θα αντιδράσω, θα οργιστώ, θα σε ταράξω. Οπότε απλά τίποτα. Ένα άχρωμο, άοσμο, τέλος.
Μάθαινα κατά καιρούς από δω κι από κει αποσπασματικά νέα σου. Διάβαζα φυσικά και το blog σου. Πρώτα ένας άλλος άντρας, μετά άλλος, κι άλλος. Ο τελευταίος έχω την αίσθηση τα άκουσε για όλους. Με ξάφνιασε το δριμύ «κατηγορώ» σου απέναντί του. Δεν την συνήθιζες ποτέ τόση οξύτητα. Ήσουν μια άλλη ξαφνικά. Σαν ένας χαριτωμένος ροζ δράκος που ξαφνικά άνοιγε το στόμα του και πέταγε γιγάντιες μπάλες φωτιάς.
Και μετά σε είδα. Ξαφνικά, από το πουθενά, σε ένα μέρος που κανείς μας δεν σύχναζε. Δεν ξέρω καν αν με γνώρισες. Με κοίταξες, αλλά δε με είδες. Τόσο πρόωρα γερασμένη. Σαν να έκανες κάποια αόρατη θυσία σε έναν άγνωστο θεό. Θυσία τα νιάτα, η αγάπη, ο έρωτας, η ηρεμία, η ασφάλεια, όλα όσα ένιωθες (ή έτσι νόμιζα) μαζί μου. Αλλά με τί αντάλλαγμα;
Δεν ξέρω και ούτε θα μάθω ποτέ μάλλον. Αλλά τρόμαξα που σε είδα. Τρόμαξα πραγματικά…
