Γράφει η Ματίνα Νικάκη
Δεν ξέρω τι κατάλαβες ότι ήθελα, και δε με νοιάζει κιόλας. Η αλήθεια είναι πως δε ζητάμε από τους ανθρώπους μας. Νιώθουν από μόνοι τους τι θέλουμε. Τι έχουμε ανάγκη, αν πονάμε.
Αν χτυπάει δυνατά η φλέβα στο λαιμό μας, αν η καρδιά της διοχετεύει τόσο αίμα που ώρες ώρες μπορεί και να την σπάσει…
Δεν την είδες ποτέ. Δε χρειαζόταν να νιώσεις, ήσουν ανίκανος γι αυτό, αλλά ούτε έβλεπες.
Ένας εγωιστής, ένας απάνθρωπος, ένας δολοφόνος.
Που εγώ κοίμισα στην αγκαλιά μου, ξεδίψασα με τα φιλιά μου, τάισα με τις ηδονές μου.
Σε λάτρεψα, ανάθεμα σε.
Που ένα βήμα πριν την πτώση μου, πριν σκοτώσω εμένα, πριν πηδήξω στο κενό στάθηκα. Απλά στάθηκα και σε κοίταξα.
Στα μάτια, γιατί οι δύο μας ξέραμε, χωρίς να μιλάμε. Μ’ εκείνο το βλέμμα, που σ’ εκλιπαρούσε για εκείνη την αναθεματισμένη φράση.
Που τα δάκρυα που έτρεχαν από τα μάτια μου, χωρίς να κλαίω, ήταν η αιμορραγία της ίδιας μου της ψυχής.
“Συγγνώμη, σ’ αγαπάω”, ψιθύρισε το διάολε, θα φύγω, για πάντα, μ’ ακούς;
Σιωπή.
Πήδηξα, κι έμεινες να με κοιτάς.
Εσύ στο έδαφος, εγώ στο κενό.
Εγώ με τα δικά μου φτερά, εσύ με τη δική σου ποινή.
Εσύ θνητός, εγώ αθάνατη μέσα σου, για πάντα….
