Γράφει η Άντζελα Καμπέρου
Ακουστικά στα αυτιά, το αλμυρίκι από πάνω μου κουνιέται ρυθμικά με τον ελαφρύ αέρα, η θάλασσα κάνει χαλαρό κυματισμό και εγώ κλείνω τα μάτια και μετράω. Μετράω όλα εκείνα τα χαμόγελα, τα δάκρυα, τις χαρές, τις λύπες. Τις απογοητεύσεις και τις επιτυχίες. Τους έρωτες και τις χυλόπιτες. Μετράω τους ανθρώπους μου. Όσους μου έχουν απομείνει εν πάση περιπτώσει. Δεν είναι και πολλοί. Σίγουρα όμως είναι καλοί.
Φύγαν πολλοί, αυτό είναι δεδομένο. Άλλοι δικαιολογημένα, άλλοι αδικαιολόγητα. Κάποιοι πολύ νωρίς, πολύ πιο νωρίς από ό,τι έπρεπε και από ό,τι ήθελα. Αυτοί πόνεσαν περισσότερο από όλους. Άλλοι έφυγαν πιο αργά, ίσως και πιο αργά από ό,τι θα έπρεπε, από ό,τι θα ήθελα. Έστω.
Κάνω τον απολογισμό μου. Μετράω πόσοι μου έμειναν, πόσοι έφυγαν, πόσοι δεν θα ήθελα ποτέ να έχουν φύγει. Ο άνεμος παίρνει μαζί του μερικά δάκρυά μου, ασυναίσθητα κύλησαν στα μάγουλά μου και τα παρέσυρε ο αέρας. Και πιάνω τον εαυτό μου να αναρωτιέται, εάν τελικά γίνεται απολογισμός χωρίς δάκρυα. Θα ήθελα να γίνεται. Πιστεύω όμως πως δεν γίνεται.
Πιστεύω πως κάθε απολογισμός φέρνει και ένα κλείσιμο. Άλλοτε αναγκαίο, άλλοτε απροσδόκητο. Και κάπου εκεί έρχονται τα δάκρυα, να επισφραγίσουν το τελικό αποτέλεσμα, να επισφραγίσουν πως το κλείσιμο αποδόθηκε με επιτυχία, έστω κι αν δεν ήταν ευπρόσδεκτο. Έστω κι αν πόνεσε περισσότερο από οτιδήποτε άλλο.
Η παραλία είναι άδεια, είμαι εγώ και το αλμυρίκι και κάποια καραβάκια που αρμενίζουν μεσοπέλαγα. Κλαίω τώρα κανονικά. Κάθαρση. Αφήνω τα αλμυρά μου δάκρυα να γίνουν ένα με τη θάλασσα.
Ησυχία.
