Γράφει η Αστέρω
Υπήρξαν στιγμές που πίστευες πως η καρδιά σου δεν ήταν παρά μια κουρασμένη χορδή, τεντωμένη μέχρι να σπάσει. Φορούσε δέρμα παλιό, δέρμα που είχε ραγίσει κάτω από το βάρος των αναμνήσεων, των φόβων, των λέξεων που δεν ειπώθηκαν ποτέ. Το κουβαλούσες σαν ένδυμα υποχρεωτικό, σαν κάτι που έπρεπε να προστατεύει και να πονάει ταυτόχρονα, αλλά δεν ήξερες ότι βαθιά μέσα σου το φορούσες από συνήθεια.
Και μετά ήρθε εκείνη η στιγμή. Η στιγμή που συνειδητοποίησες ότι η καρδιά σου δεν είναι ένα μουσείο πληγών, αλλά μια ζωντανή φλόγα. Δεν είναι κάτι που χρειάζεται μπαλώματα, αλλά κάτι που θέλει ελευθερία. Η παλιά σου “επιδερμίδα” δεν ήταν εσύ. Ήταν μόνο ό,τι δεν τολμούσες να αφήσεις ό,τι σε κρατούσε πίσω.
Σήμερα όμως αυτή η καρδιά γδύνεται. Ξεφορτώνεται το φθαρμένο δέρμα όπως μια ερωμένη που απορρίπτει τα περιττά και αποκαλύπτει τον πυρήνα της. Δεν υπάρχει ντροπή, δεν υπάρχει φόβος. Υπάρχει μόνο η αλήθεια της.
Κι αυτή η αλήθεια είναι αισθησιακή. Είναι ηλεκτρισμός που κυλάει μέσα σου όχι επειδή ανήκεις σε κάποιον, αλλά επειδή ανήκεις στον εαυτό σου. Δεν κρύβεσαι πίσω από παλιές πληγές, δεν περιμένεις κάποιον να σε σώσει. Επιλέγεις να σταθείς γυμνή και δυνατή απέναντι σε όποιον τολμήσει να σε δει όπως είσαι.
Η καρδιά σου δεν είναι πια σκιά. Είναι σώμα που θυμάται την ηδονή, χείλη που διψούν για λέξεις αληθινές, δέρμα που θέλει να αγγιχτεί όχι για να αποδείξει την ύπαρξή του, αλλά για να τη γιορτάσει. Δε ζητά οίκτο, δεν προκαλεί οδύνη. Απαιτεί ένταση. Απαιτεί σύνδεση. Απαιτεί ζωή.
Η αναγέννησή σου δεν είναι σιωπηλή. Είναι κραυγή που δηλώνει ότι είσαι εδώ. Είναι ανάσα που γεμίζει τα πνευμόνια σου με νέους ρυθμούς. Είναι η επιθυμία που σου υπενθυμίζει πως μέσα σε κάθε πληγή υπήρχε πάντα μια σπίθα απόλαυσης, μια υπόσχεση ευτυχίας.
Αυτό το νέο σου δέρμα δεν είναι τέλειο, αλλά είναι δικό σου. Το μυρίζει κανείς από μακριά. Έχει το άρωμα της απόφασης, της διεκδίκησης, της ελευθερίας. Είναι η αισθησιακή πλευρά της ωριμότητας, το άγγιγμα της αυτοπεποίθησης, ο σφυγμός που επιτέλους χτυπάει δυνατά.
Αφήνεις πίσω ό,τι δε σε αγγίζει πια. Ό,τι δε σε συγκλονίζει. Ό,τι δε σε επιθυμεί πλήρως. Και κοιτάς μπροστά με μάτια γεμάτα φως, έτοιμη να συναντήσεις τον κόσμο όχι ως επιζήσασα, αλλά ως κυρίαρχη του ίδιου σου του σώματος, του ίδιου σου του πάθους.
Η καρδιά σου δε φοράει πια παλιό, φθαρμένο δέρμα. Το αποτίναξε. Και τώρα, γυμνή, δυνατή, απελευθερωμένη, πάλλεται αληθινά. Έτοιμη να αγαπήσει και να αγαπηθεί. Όχι επειδή χρειάζεται, αλλά επειδή θέλει.
