Γράφει η Νίκη Σταματοπούλου
Δεν ήταν θέμα αφέλειας. Ούτε ηλικίας, ούτε εμπειρίας. Ήξερες. Είχες ξαναδει το έργο, είχες ξαναπέσει, είχες ξανασηκωθεί.
Κι όμως, αυτή τη φορά ήθελες τόσο πολύ να είναι αλλιώς, που έθαψες κάθε καμπανάκι, κάθε σημάδι, κάθε αμφιβολία.
Γιατί σε κοίταξε αλλιώς. Γιατί μίλησε με λέξεις που ήξερες καλά, αλλά από στόμα που έμοιαζε να τις εννοεί.
Γιατί είχε τρόπο. Στάση. Ρυθμό. Ήξερε πότε να σιωπά και πότε να λέει τα σωστά. Κι εσύ; Ήσουν κουρασμένη απ’ τα «λάθος».
Δεν ήθελες θαύματα. Ήθελες μια αλήθεια να ακουμπήσεις.
Μια αγκαλιά που να μη βαραίνει, μια φωνή που να μη σκοτώνει.
Ήθελες να σταθεί κάποιος πλάι σου χωρίς να σε διορθώνει, χωρίς να σου μετράει τα λάθη.
Κι εκείνος τι έκανε;
Σε έπεισε ότι τα έχει όλα: τρυφερότητα, σεβασμό, επιθυμία, νόημα.
Μα στην πραγματικότητα, είχε απλώς καλό ρεπερτόριο.
Σε διάβασε σαν ανοιχτό βιβλίο κι έπαιξε όλους τους ρόλους.
Και κάπου εκεί, όταν πίστεψες, σε άφησε να πέσεις.
Όχι επειδή δεν ήσουν αρκετή. Αλλά επειδή ποτέ δεν σκόπευε να μείνει.
Δεν χάθηκες. Ποτέ δεν χάνεται εκείνη που δίνει αληθινά.
Μόνο πονάει.
Μαθαίνει.
Και προχωρά.
Γιατί δεν έχεις ανάγκη να σου πουν πως αξίζεις. Το ξέρεις.
Δεν χρειάζεσαι άλλους «διαφορετικούς».
Θέλεις εκείνον που δεν θα χρειαστεί να το πει.
Θα το αποδείξει.
Χωρίς μεγάλα λόγια. Χωρίς θέατρο.
Μόνο με μια παρουσία που μένει.
