Γράφει η Σοφία Παπαηλιάδου
Είναι κάποιες γυναίκες ρε φίλε που δεν γεννήθηκαν για στεριά. Δεν γεννήθηκαν για τα ρηχά. Κάτι μέσα τους τις σπρώχνει πάντα πιο βαθιά, εκεί που το νερό σκοτεινιάζει και οι ανάσες μετριούνται. Τις πετάς στον ωκεανό χωρίς σωσίβιο, ανάμεσα σε καρχαρίες, κι όλοι περιμένουν να χαθούν. Να φοβηθούν. Να παραδοθούν. Κι εκείνες… μαθαίνουν να κολυμπούν αλλιώς.
Όχι γιατί δεν τρόμαξαν. Τρόμαξαν πολύ. Υπήρξαν στιγμές που το σώμα τους λύγισε, που το μυαλό τους άδειασε, που ένιωσαν πως ένα βήμα ακόμη και θα χαθούν για πάντα. Μισό βήμα πριν το τέλος. Εκεί ακριβώς που οι περισσότεροι παραιτούνται. Εκείνες όμως όχι. Εκεί σταματούν να παίζουν ρόλους. Εκεί θυμούνται ποιες είναι.
Δεν παλεύουν τους καρχαρίες, τους κερδίζουν. Δεν έχουν ανάγκη να αποδείξουν τη δύναμη τους, ούτε να εκμεταλλευτούν την αδυναμία τους. Τους κοιτάζουν στα μάτια. Καταλαβαίνουν τη φύση τους. Ξέρουν ποιος δαγκώνει από πείνα και ποιος από φόβο. Μαθαίνουν πότε να πλησιάζουν και πότε να απομακρύνονται. Κι έτσι, χωρίς κραυγές, χωρίς ηρωισμούς της βιτρίνας, τους κάνουν συμμάχους. Ή τους αφήνουν πίσω.
Αυτές οι γυναίκες δεν βγαίνουν ποτέ αλώβητες. Βγαίνουν σημαδεμένες. Με ουλές που δεν τις κρύβουν, γιατί είναι η απόδειξη πως έζησαν. Κάθε πληγή τους είναι μάθημα. Κάθε σχεδόν-πνιγμός τους έμαθε πώς να κρατούν τον εαυτό τους ζωντανό όταν όλα γύρω βουλιάζουν.
Δεν τις λες τυχερές. Τις λες ανθεκτικές. Τις λες γυναίκες που έμαθαν πως η σωτηρία δεν έρχεται απ’ έξω. Πως κανείς δεν σου ρίχνει σωσίβιο αν δεν έχεις πρώτα μάθει να κρατιέσαι μόνη σου. Κανείς δεν θα κολυμπήσει για εσένα. Μόνο εσύ μπορείς. Πως το μεγαλύτερο θάρρος δεν είναι να μη φοβηθείς, αλλά να συνεχίσεις ενώ φοβάσαι.
Και όταν γυρίζουν, γιατί πάντα γυρίζουν, δεν το κάνουν για να εντυπωσιάσουν. Επιστρέφουν πιο ήσυχες. Πιο καθαρές. Πιο επικίνδυνες.. Γιατί όποια γύρισε από τα αβαθή, δεν ψάχνει πια σωτήρες. Έχει βρει.. τον εαυτό της. Και ξέρει πια πολύ καλά πως μπορεί να κολυμπήσει και μόνη της.
Κι αυτό, της το έμαθαν οι καρχαρίες, όταν την έκαναν φίλη κολλητή..
