Γράφει η Σοφία Παπαηλιάδου
Μαζεύεις πράγματα μέσα σου που δεν φαίνονται. Δεν κάνουν θόρυβο. Δεν σπάνε ποτήρια, δεν χτυπάνε πόρτες, δεν σηκώνονται να φύγουν θεαματικά ένα βράδυ αφήνοντας πίσω συντρίμμια.
Μένουν.
Κάθονται ήσυχα στις πιο σκοτεινές γωνίες σου και περιμένουν.
Εκείνο το «δεν πειράζει» που είπες ενώ πείραζε. Εκείνο το «καλά είμαι» που βγήκε σαν ψέμα κουρασμένο από χείλη που είχαν ανάγκη να ουρλιάξουν. Εκείνο το «θα περάσει» που έγινε μήνες, έγινε χρόνια, έγινε χαρακτήρας.
Οι άνθρωποι έχουμε μια παράξενη συνήθεια. Σώζουμε τους άλλους και αφήνουμε τον εαυτό μας να πνίγεται αθόρυβα.
Καταπίνουμε απογοητεύσεις για να μη χαλάσουμε ισορροπίες. Κατεβάζουμε τον τόνο της φωνής μας για να χωρέσουμε σε ζωές που έγιναν στενές. Μικραίνουμε τις ανάγκες μας για να μη χαρακτηριστούμε δύσκολοι. Και κάπου εκεί, χωρίς να το καταλάβουμε, αρχίζουμε να εξαφανιζόμαστε.
Όχι από τους άλλους.
Από εμάς.
Γινόμαστε άνθρωποι που χαμογελούν σωστά στις φωτογραφίες και καταρρέουν σωστά στις σιωπές. Άνθρωποι που έμαθαν να λειτουργούν άψογα και να νιώθουν ελάχιστα. Που κρατούν μέσα τους θυμό, πένθος, επιθυμία, φόβο, σαν να κουβαλούν γυάλινα κομμάτια στην τσέπη και να απορούν γιατί ματώνουν.
Το σώμα θυμάται όσα το μυαλό προσπαθεί να ξεχάσει.
Γι’ αυτό κουράζεσαι χωρίς λόγο. Γι’ αυτό βαραίνουν οι μέρες χωρίς να συνέβη τίποτα τρομερό. Γι’ αυτό κάποιες νύχτες σε βρίσκουν να κοιτάς το ταβάνι με ένα βάρος που δεν έχει όνομα.
Δεν είναι αδυναμία να λυγίζεις.
Αδυναμία είναι να γίνεσαι φυλακή του εαυτού σου.
Να κρατάς μέσα σου ανθρώπους που έφυγαν. Συγγνώμες που δεν ήρθαν ποτέ. Λέξεις που έπρεπε να ειπωθούν και έμειναν να σαπίζουν κάτω από το δέρμα.
Γιατί ό,τι δεν βγαίνει από μέσα σου, δεν εξαφανίζεται.
Ριζώνει.
Και κάποια μέρα, ανθίζει εκεί που δεν το περιμένεις.
