Γράφει ο Maximos Mcgrath
Δεν θυμάμαι πότε ακριβώς άρχισε να βαραίνει το δωμάτιο. Ίσως από τότε που οι ώρες άρχισαν να απλώνονται σαν σκιά στους τοίχους και να μην τελειώνουν ποτέ. Ίσως από τότε που το ρολόι στον τοίχο σταμάτησε να δείχνει την ώρα και άρχισε να μετράει απουσίες. Γιατί οι ώρες δεν περνούσαν· απλώς συσσωρεύονταν. Κι εγώ καθόμουν εκεί, στο ίδιο παιδικό δωμάτιο, να τις κοιτάζω να στοιβάζονται πάνω μου.
Μου έλεγες πως αργείς στη δουλειά. Πάντα αργούσες. Στην αρχή το πίστευα. Μετά έμαθα να μην ρωτάω. Υπάρχουν ερωτήσεις που δεν αντέχουν την απάντηση και άλλες που δεν αντέχουν τη σιωπή. Κι εγώ ήμουν κάπου ανάμεσα, σε ένα σημείο που δεν χωρούσε τίποτα.
Το δωμάτιο είχε μια περίεργη ησυχία. Όχι από αυτές που σε ξεκουράζουν. Από αυτές που σου φωνάζουν χωρίς ήχο. Καθόμουν στο κρεβάτι και κοιτούσα το ταβάνι, μετρώντας ρωγμές σαν να ήταν αστέρια. Μερικές φορές σηκωνόμουν απότομα, μόνο και μόνο για να νιώσω ότι υπάρχω. Έπεφτα, χτυπούσα, σηκωνόμουν ξανά. Όχι γιατί ήμουν απρόσεκτος. Αλλά γιατί ο πόνος είχε κάτι αληθινό μέσα του. Σε ξυπνούσε.
Και εσύ έλειπες.
Δεν ήταν η απουσία σου μόνο. Ήταν αυτό το «σχεδόν εκεί» που με διέλυε. Ήσουν μια φωνή που έδινε οδηγίες, όχι μια παρουσία που έμενε. Μου έλεγες να τρώω το φαγητό μου, να προσέχω, να μεγαλώσω σωστά. Μου έδειξες πώς να κρατάω ξυράφι, πώς να κοιτάζω τον εαυτό μου στον καθρέφτη χωρίς να φοβάμαι. Μόνο που δεν ήσουν εκεί όταν έκοψα πρώτη φορά το πρόσωπό μου. Δεν ήσουν εκεί να μου πεις ότι είναι εντάξει να τρέμεις.
Έμαθα μόνος μου.
Έμαθα να μην ουρλιάζω όταν φοβάμαι. Να μετράω μέχρι το εκατό. Στην αρχή μέχρι το δέκα. Μετά μέχρι το είκοσι. Μετά μέχρι το εκατό. Όσο μεγάλωνε ο φόβος, τόσο μεγάλωνε και το μέτρημα. Σαν να μπορούσα να τον περιορίσω μέσα σε αριθμούς. Σαν να μπορούσα να τον κάνω μικρότερο αν του έβαζα όρια.
Δεν τον έκανα.
Το σκοτάδι δεν μικραίνει όταν το μετράς. Απλώς μαθαίνεις να κάθεσαι μέσα του χωρίς να κουνιέσαι. Και αυτό έκανα. Καθόμουν ακίνητος, με τα μάτια ανοιχτά, προσπαθώντας να πείσω τον εαυτό μου ότι είμαι δυνατός. Ότι έτσι πρέπει.
Γιατί έτσι μου είχες πει.
Να είμαι άντρας.
Αλλά κανείς δεν μου εξήγησε τι σημαίνει αυτό. Δεν είναι το ξύρισμα. Δεν είναι η φωνή που βαραίνει. Δεν είναι το να μη φοβάσαι. Είναι το να έχεις κάποιον να σε μάθει να φοβάσαι σωστά. Να σου δείξει ότι ο φόβος δεν είναι ντροπή. Ότι δεν χρειάζεται να τον κρύβεις.
Εγώ τον έκρυψα.
Τον έκρυψα πίσω από λέξεις που δεν είπα ποτέ. Πίσω από πληγές που δεν έδειξα. Κάποια μέρα κόπηκα με ένα γυαλί. Δεν πόνεσε πολύ. Όχι όσο περίμενα. Το κοίταξα, το καθάρισα, το τύλιξα. Ήταν απλό. Σχεδόν αδιάφορο. Αυτό που πονούσε δεν είχε σχέση με το αίμα.
Ήταν εκείνο το κενό.
Το κενό που δεν γεμίζει με οδηγίες. Το κενό που δεν καλύπτεται με συμβουλές από μακριά. Το κενό που αφήνει ένας άνθρωπος όταν είναι απών ακόμα κι όταν προσπαθεί.
Ξέρω ότι προσπαθούσες.
Αυτό είναι το χειρότερο. Δεν μπορώ να σου θυμώσω όπως θα ήθελα. Δεν μπορώ να σε κατηγορήσω ολοκληρωτικά. Ξέρω ότι έκανες ό,τι μπορούσες. Αλλά υπάρχει μια αλήθεια που δεν αλλάζει: το «ό,τι μπορούσες» δεν ήταν αρκετό.
Και εγώ έπρεπε να μάθω να ζω με αυτό.
Μεγάλωσα γρήγορα. Όχι από επιλογή. Από ανάγκη. Έμαθα να ανοίγω πόρτες μόνος μου. Έχω στο χέρι μου τόσα κλειδιά πια που δεν θυμάμαι ποια ανοίγουν τι. Αλλά τα κρατάω. Γιατί φοβάμαι να μείνω έξω.
Έμαθα να λέω «είμαι καλά» χωρίς να το εννοώ. Έμαθα να καθησυχάζω τους άλλους πριν προλάβουν να με ρωτήσουν. Έμαθα να γίνομαι ο δυνατός, γιατί δεν υπήρχε άλλος να το κάνει για μένα.
Αυτό δεν είναι δύναμη.
Είναι επιβίωση.
Και η επιβίωση δεν σε κάνει απαραίτητα καλύτερο άνθρωπο. Σε κάνει απλώς κάποιον που συνεχίζει.
Μου είπες κάποτε «γίνε μπαμπάς και θα δεις». Το σκέφτηκα πολλές φορές. Όχι σαν υπόσχεση. Σαν απειλή. Γιατί φοβάμαι μήπως γίνω εσύ. Μήπως κουβαλήσω αυτή την απόσταση και τη δώσω παρακάτω, σαν κάτι φυσιολογικό.
Μήπως μάθω κι εγώ σε κάποιον να μετράει μέχρι το εκατό αντί να του μάθω πώς να μη φοβάται.
Αυτό φοβάμαι περισσότερο απ’ όλα.
Δεν σε μίσησα ποτέ. Αλλά δεν σε κατάλαβα κιόλας. Και ίσως αυτό να είναι το πρόβλημα. Γιατί η απουσία δεν αφήνει χώρο για κατανόηση. Αφήνει μόνο ερωτήσεις. Και οι ερωτήσεις, όταν μένουν χωρίς απάντηση, γίνονται βάρος.
Κουβαλάω αυτό το βάρος χρόνια τώρα.
Και κάπου μέσα μου, υπάρχει ακόμα εκείνο το παιδί που κάθεται στο δωμάτιο και περιμένει. Όχι κάτι μεγάλο. Ούτε μια εξήγηση. Μια παρουσία. Ένα «είμαι εδώ». Τίποτα περισσότερο.
Αλλά αυτό δεν ήρθε ποτέ.
Και έτσι έμαθα κάτι μόνος μου. Κάτι που δεν μου το είπε κανείς, αλλά μεγάλωσε μέσα μου σαν συμπέρασμα που δεν μπορείς να αγνοήσεις:
Όλοι ξέρουν να κάνουν παιδιά.
Μα ποιος ξέρει να κάνει μπαμπάδες;
Αυτό είναι εύκολο.
Το δύσκολο είναι να μείνεις.
Το δύσκολο είναι να αντέξεις.
Το δύσκολο είναι να είσαι εκεί, όχι όταν όλα είναι καλά, αλλά όταν όλα διαλύονται. Να κάθεσαι δίπλα στο παιδί σου όταν φοβάται, όχι να του λες απλώς να μη φοβάται.
Να του δείχνεις πώς.
Γιατί μπαμπάς δεν γίνεσαι με μια στιγμή.
Γίνεσαι με χίλιες μικρές παρουσίες.
Και εσύ… έλειψες σε πάρα πολλές από αυτές.
Γιατί στο τέλος της ημέρας…
Όλοι ξέρουν να κάνουν παιδιά.
Μα ποιος ξέρει να κάνει μπαμπάδες;
