Γράφει ο Άρης Γρηγοριάδης
Δεν ήταν ότι δεν το είδα να έρχεται. Ήταν ότι δεν ήθελα να το δω. Γιατί όταν ένας άνθρωπος μπαίνει μέσα σου δυνατά, δεν κοιτάς τις ρωγμές. Κοιτάς το φως που περνάει από μέσα τους. Κι εσύ ήρθες με φως. Με εκείνο το επικίνδυνο είδος φωτός που κάνει έναν κουρασμένο άνθρωπο να πιστεύει ξανά πράγματα που είχε ορκιστεί να μην πιστέψει.
Ήρθες την σωστή στιγμή και τη λάθος ζωή.
Κι αυτό είναι ο πιο ύπουλος συνδυασμός.
Δεν μου έταξες πολλά. Δεν χρειάστηκε. Μερικές φορές οι άνθρωποι δεν σε δένουν με λόγια. Σε δένουν με παρουσία. Με ένα «είμαι εδώ» που δεν ειπώθηκε ποτέ αλλά το ένιωσες. Με μικρές συνήθειες που χωρίς να το καταλάβεις έγιναν κομμάτι της καθημερινότητάς σου. Ένα μήνυμα. Μια φωνή. Ένα βλέμμα που έμοιαζε να ξέρει δρόμους μέσα σου που ούτε εσύ δεν είχες περπατήσει.
Κι ύστερα άρχισε εκείνη η αργή απόσταση.
Όχι εκείνη που μετριέται σε χιλιόμετρα.
Η άλλη.
Οι καθυστερημένες απαντήσεις. Η απουσία που φορούσε δικαιολογίες. Η αίσθηση ότι μιλούσα με κάποιον που ήταν δίπλα μου αλλά είχε ήδη φύγει.
Κι εγώ εκεί.
Να παλεύω με το ένστικτό μου.
Να λέω «κουράστηκε». Να λέω «φοβάται». Να λέω «θα περάσει».
Μέχρι που κατάλαβα.
Δεν περνούσε.
Έφευγε.
Και το χειρότερο δεν ήταν ότι δεν έμεινες.
Το χειρότερο ήταν ότι με άφησες να πιστεύω πως υπήρχε ακόμα κάτι να περιμένω.
Οι άνθρωποι που δεν ήρθαν για να μείνουν δεν φεύγουν πάντα απότομα. Μερικοί σβήνουν αργά. Σαν πόλη που απομακρύνεται από το παράθυρο ενός τρένου. Την βλέπεις ακόμα, αλλά δεν μπορείς πια να επιστρέψεις.
Τελικά δεν ήρθες για να μείνεις.
Ήρθες για να μου θυμίσεις πόσο επικίνδυνο είναι να δίνεις χώρο μέσα σου σε ανθρώπους που αγαπούν με μισή καρδιά.
Κι εγώ το έμαθα αργά.
Ότι υπάρχουν άνθρωποι που δεν μπαίνουν στη ζωή σου για να γράψουν ιστορία.
Μπαίνουν μόνο για να σου μάθουν πώς ακούγεται η πόρτα όταν κλείνει.
