Γράφει η Θώμη Μπαλτσαβιά
Ουδείς αναντικατάστατος… δε μπορώ να μην συμφωνήσω. Ωστόσο, έχω επιφυλάξεις, αμφιβολίες και θεωρίες για το αντίθετο ή έστω για το εξής: ο καθένας τόσο μοναδικός και ξεχωριστός που μόνο με φυσική παρουσία μπορείς να τον αντικαταστήσεις.
Φίλε μου, εγώ μεγάλη ιδέα για τον εαυτό μου δεν έχω, αλλά το ότι γνωρίζω πολύ καλά τι είδους άνθρωπος είμαι και τι προσφέρω, συνεπώς πόσο αξίζω, δεν μου το αλλάζεις ως πεποίθηση.
Φίλε μου, μπορείς αναμφίβολα να βρεις όσες θες και να βάλεις δίπλα σου, να κάνεις πράγματα μαζί τους κι όλα τα συναφή. Θα σου πω όμως κάτι που ίσως σου είναι δύσκολο να παραδεχτείς απ’ έξω σου, αλλά μέσα σου το ξέρεις, γιατί το βιώνεις στο πετσί σου, στοιχηματίζω: καμιά δεν θα σου δώσει όσα σου έδωσα εγώ, άρα με καμιά δε θα νιώσεις καλά ή ολοκληρωμένος. Κατ’ επέκταση; Σιγά μη ξεχάσεις…
Μπορείς να ξεγελάς όσο επιθυμείς τον εαυτό σου κι όχι μόνο. Εμένα δε θα με πείσεις. Μάλιστα, κάθε φορά που θα πειραματίζεσαι με μια νέα σου κατάκτηση, μετά τον πρώτο σου ενθουσιασμό κι ικανοποίηση, θα το διαπιστώνεις. Αυτόματα θα γίνεται η σύγκριση και δεν υπάρχει πιθανότητα να χάσω.
Τι να ξεχάσεις, φίλε μου; Ότι σου έδινα χωρίς μέτρο, δίχως να απαιτώ αντάλλαγμα; Το ότι αισθανόσουν όμορφα και πίστευες στον εαυτό σου πρώτη φορά, ίσως, τόσο αληθινά; Πες μου αλήθεια… μπορείς να ξεχάσεις το ότι έκανα τα πάντα για να γελάς και η κάθε μέρα σου ήταν ξεχωριστή;
Πόσο εύκολα σε έκανε κάποια άλλη να αντέχεις τα προβλήματα και τις δυσκολίες, να νιώθεις δυνατός κι ικανός να βρεις λύσεις; Με το χέρι στην καρδιά, φίλε… πιστεύεις ότι είναι τόσο απλό να υπάρξεις με άλλον άνθρωπο και να περνάς τόσο όμορφα;
Δεν έχω μαγικές ικανότητες, όχι, ούτε μιλάει ο εγωισμός. Όμως εγώ όλα τα έκανα από την καρδιά μου για σένα και δεν δυσκολεύτηκα, δε βαρέθηκα και δεν το σχεδίασα με απώτερους σκοπούς.
Σιγά μην μπορέσεις λοιπόν, φίλε, να ξεπεράσεις… όχι εμένα, αλλά τον τρόπο που έβλεπες τον κόσμο και ζούσες τη ζωή μαζί μου. Πόσο πιθανό είναι να μη με θυμάσαι όποτε νιώθεις πάλι μισός; Όποτε όλα σου φταίνε ή μοιάζουν άσχημα, σκληρά και γκρίζα;
Πόσο δυνατόν είναι να μην έρχομαι στο μυαλό σου σαν δε βρίσκεις κατανόηση, τρυφερότητα και στοργή; Ποιος άλλος άνθρωπος μπορεί να ονειρευτεί για σένα και να στο κάνει να φαίνεται πραγματοποιήσιμο το όνειρο;
Εγώ, ξέρεις, φίλε, δεν έχασα τίποτα. Αυτό είμαι κι αν χρειαστεί θα κάνω και θα δώσω τα ίδια σε όποιον άνθρωπο θελήσω. Εσύ είσαι ο μεγάλος χαμένος, γιατί δεν θα τα βρεις όλα αυτά. Αυτά που θα έπρεπε να ήταν αυτονόητα για όλους, μα δεν είναι δυστυχώς.
Ακόμη κι αν σκεφτείς, φίλε μου, να προσφέρεις τελικά περισσότερα σε έναν άνθρωπο προκειμένου να σου προσφέρει κι αυτός, πάλι δεν υπάρχουν εγγυήσεις. Μακάρι βέβαια να αλλάξεις ως προς αυτό και θα χαρώ ιδιαιτέρως, αλλά δε θα έχεις αποτέλεσμα, γιατί ήμουν κάτι μοναδικό. Ήμουν κάτι σπάνιο και το ξέρεις καλά, άσχετα αν δεν το κράτησες επειδή δε μπορούσες.
Αχ φίλε μου… από την πρώτη στιγμή, ακόμη κι αν πόνεσα, εσένα λυπήθηκα, όχι εμένα. Η διαφορά μας είναι πως εγώ κατάλαβα τι είσαι και ποιος είσαι και συνειδητότατα έκανα όλα αυτά. Μια επιλογή ήσουν λάθος που γούσταρα να ζήσω.
Εσύ απολάμβανες ως δεδομένα και κεκτημένα όσα πρόσφερα, δίχως να σου περνά από το μυαλό ότι θα τα στερηθείς και δεν εννοώ αναγκαστικά από εμένα. Αυτό από μόνο του είναι η πληρωμή κι η τιμωρία σου. Δε χρειάζεται κανείς να εκδικηθεί κανέναν, λοιπόν, σε αυτή τη ζωή.
Όσο για μένα, δεν ξέρω τώρα πλέον τι πιστεύεις και δε με ενδιαφέρει. Μπορεί να μην αποτελώ τίποτα για σένα, αλλά σίγουρα δε θα είμαι μια απλή ανάμνηση.
Σιγά μην ξεχάσεις… όσο κι αν προσπαθήσεις!
