Γράφει η Ρομίνα Τσούκα
Με τα βίας έπεισα τον εαυτό μου να πιάσει εκείνο το σκουριασμένο στύλο που είχα παρατήσει όταν γνώρισα εσένα.
Πώς να σου εξηγήσω τον πόλεμο που γίνεται μέσα μου εάν δεν το έχεις βιώσει.
Τι θα ‘λεγες να το ονομάσουμε εμφύλιο;
Η φωνή της λογικής δίνει μάχη με αυτό της καρδιάς!
Χαμένη υπόθεση φαίνεται.
Η καρδιά μέσα σε δευτερόλεπτα καταφέρνει να νικά. Άραγε με λυπάται καθόλου που πληγώνει την λογική;
Άραγε αξίζει να πολεμά το ίδιο της το σώμα για μια αγάπη;
Θυμάμαι όταν σε γνώρισα ένιωσα σαν μικρό παιδί και ξέρεις τα παιδιά λειτουργούν με συναίσθημα. Τα παιδιά αγαπάνε αγνοώντας τους κινδύνους, αυτούς που ως ενήλικες τους βαφτίσαμε red flags. Τι σου είναι η αγάπη τελικά όμως..
Επικίνδυνη η πρώτη λέξη που μου έρχεται. Νιώθεις πως το ελέγχεις και ξαφνικά χαμένος σε ένα δάσος σε καθοδηγεί το απόλυτο άγνωστο. Έτσι ένιωσα μαζί σου. Δεν σου κρύβω πως μου άρεσε το άγνωστο μέχρι που σκοτείνιασε και άρχισα να φοβάμαι.
Ήταν πλέον πολύ αργά, είχα χαθεί ήδη στο δικό σου μονοπάτι. Αρνήθηκα όμως κατηγορηματικά να γυρίσω πίσω με όπλο τον όρκο στον εαυτό μου να βρω εκείνο το λιβάδι που έβλεπα κάθε φορά όταν έβλεπα όταν κοιτούσα τα μάτια σου λίγο πριν κοιμηθούμε.
Πριν καν βρω εκείνο το λιβάδι είχα επινοήσει στο μυαλό μου ένα πικ-νικ με σένα και μένα μαζί να σχεδιάζαμε τα πιο τρέλα μας όνειρα να τα βαφτίσουμε στόχους και αφού είχε περάσει η ώρα να σηκωνόμασταν μαζί με μοναδικό σκοπό να τους πετύχουμε.
Κάθε φορά που θα έπεφτες θα σε σήκωνα και εάν δεν είχα δύναμη θα ξάπλωσα μαι σου μέχρι να σηκωθούμε μαζί.
Βάφτισα την αγάπη ελευθερία. Ελευθερία να είσαι όπου θες αλλά εσύ να επιλέγεις πάντα το ίδιο ακριβώς μέρος. Στο όνομα της αγάπης λοιπόν έβγαλα συνειδητά την πανοπλία των άμυνών μου, κλείδωσα βαθιά μέσα μ το ένστικτο του φόβου και είπα στα τραύματα μου να σταματήσουν για λίγο να αιμορραγούν και «κατέβηκα» στο γήπεδο να ζήσω την πιο όμορφη εμπειρία της ζωής μου.
Σου έδωσα την μπάλα και σου παραχώρησα το ελεύθερο να χειριστείς το παιχνίδι μας. Ναι τόσο πολύ σ αγαπούσα.
Σ’ αγαπούσα τόσο πολύ που δεν με ένοιαζε στιγμή ο νικητής μιας και σε κάθε νίκη αυτόματα θα χάναμε και οι δυο. Στο παιχνίδι μας για να νικήσουμε έπρεπε το αποτέλεσμα να είναι ισοπαλία και η λήξη να ήταν ανύπαρκτη.
Στον αγώνα της αγάπης μας δεν θα υπήρχαν αντίπαλοι παρά μόνο εκείνοι που θα ζήλευαν την αποκάλυψη μας, τα αισθήματα μας μα κυρίως την επιμονή μας να παλεύουμε ώστε αυτό να μη τελειώσει ποτέ.
Το παιχνίδι μας θα ήταν ένα μάθημα που κανένα σχολείο δεν θα μπορούσε να σου διδάξει και θα το λέγανε αγάπη. Το εξώφυλλο του βιβλίο θα ήταν λευκό με μια μεγάλη καρδιά όπως το αγαπημένο μας emoji.
Αυτά ονειρεύτηκα όταν χάθηκα στο μονοπάτι σου, αλλά βλέπεις καμία φορά τα όνειρα δεν γίνονται πραγματικότητα και από παιδιά ξαφνικά σε ένα λεπτό είμαστε πάλι ενήλικες με ανοιχτές πληγές καλούμενοι να τις γιατρέψουμε.
