Γράφει η Ματίνα Νικάκη
Πρώτα σ’ αγαπάνε.
Ύστερα σε προδίδουν.
Μετά σε σταυρώνουν.
Εσύ όμως ανασταίνεσαι!
Εσύ τους λατρεύεις, γιατί μπορείς, γιατί είσαι ένας σύγχρονος Χριστός.
Μένεις στον κόσμο τους κι ας ξέρεις πως σου λένε ψέματα.
Τους πλένεις τα πόδια, δείχνοντας τους πως η αγάπη είναι ταπεινή.
Στέκεσαι ανέκφραστος και σε φιλάνε. Κι είναι το φιλί αυτό, το πρώτο εκείνο αγκάθι, που θα τρυπήσει το δέρμα σου και το αίμα σου θα σταξει στο χώμα. Κι εσύ το κοιτάς, γνωρίζοντας πως τότε αρχίζει ο θάνατος σου, να έρχεται προς το μέρος σου.
Νιπτουν τας χείρας τους, δε φταίει κανείς τους. Αυτοί τα έχουν κάνει όλα τέλεια.
Ανεβαίνεις κάθε μέρα το δικό σου Γολγοθά, χωρίς να έρθει κανείς να σε βοηθήσει.
Πού είναι αυτοί που σ’ αγαπούσαν;
Α ναι, πήγαν να φέρουν κάτι καρφιά, είναι αυτά που θα σε σταυρώσουν.
Πονάς ψυχή μου, το ξέρω και λυγίζεις. Το ξέρω πως αυτό που σε πονά πιο πολύ είναι η απονια τους.
Και είναι απονοι γιατί δεν ποντάρουν στην Ανάσταση σου. Σε νομίζουν νεκρό.
Ξεχνούν πως οι νεκροί ανασταίνονται. Αρχίζουν να ζουν ξανά.
Με χτύπο στην καρδιά τους, αίμα στις φλέβες τους κι αγάπη στην ψυχή τους.
Όχι, αν με ρωτήσεις δε θα άλλαζα τίποτα απ’ τη ζωή μου, απολύτως.
Ξανά θα αγαπούσα τους προδότες μου. Γιατί αυτοί με έμαθαν, πως είμαι ικανή να αναστηθω!
