Γράφει ο Σταύρος Χριστοδούλου
Άλλη μια βροχερή νύχτα σε βρίσκει κλειδωμένη στους τέσσερις σκοτεινούς τοίχους του υπνοδωματίου σου. Διάφορα μπουκάλια άδεια, άλλα όρθια, άλλα πεσμένα μπρούμυτα βρίσκονται στην επιφάνεια του γραφείου σου. Δίπλα, τα χαρτιά της δουλειάς σου. Ο φωτισμός που προέρχεται από την οθόνη του υπολογιστή σου, γεμάτη email και υποχρεώσεις, δεν λέει να σβήσει. Το μυαλό σου είναι θολωμένο. Ήξερες ότι έκανες τη λάθος επιλογή.
Με έχασες.
Παίρνεις ένα γεμάτο μπουκάλι κόκκινο ημίγλυκο κρασί και γεμίζεις το ποτήρι που είχε, από προηγούμενη χρήση του, επάνω το κόκκινο κραγιόν σου. Είχε αρχίσει να αραιώνεται.
Όπως ακριβώς κι εσύ για εμένα. Ανάβεις ένα από τα λεπτά σου τσιγάρα και προσπαθείς να ηρεμήσεις τις λέξεις που δημιουργούνται, παρά τη θέλησή σου, στο μυαλό. Το ημερολόγιό σου, που πάντα χρησιμοποιούσες σαν μνήμη χωρίς άμυνα, ήταν πεταμένο στη γωνία του δωματίου, δίπλα από τον κάδο. Άθελά σου, αποφασίζεις να το ξεφυλλίσεις. Όλα μας τα ραντεβού, όλα τα συναισθήματα που σου είχα δημιουργήσει, ήταν εκεί. Τα δάκρυά σου άρχισαν να βρέχουν τις σελίδες και πολλές από αυτές δυσκόλευαν την ανάγνωση των μεγάλων κειμένων που αφιέρωνες για εμένα.
Κάθε σελίδα και κάτι διαφορετικό.
Δεν υπήρχαν πουθενά κείμενα που να περιέγραφαν κάτι αρνητικό ή κάτι που σε στενοχωρούσε στη σχέση μας. Καθώς γυρνάς γρήγορα τις σελίδες, αντικρίζεις πως η τελευταία είναι μισή. Η κορυφή της ήταν μουντζουρωμένη. Ελάχιστες προτάσεις άρχισαν να βγάζουν νόημα, καθώς προσπαθείς να τις διαβάσεις.
«Όσα νιώθω για εσένα είναι γραμμένα εδώ».
Είναι μία από τις προτάσεις που μπόρεσες να διαβάσεις ολοκληρωμένα. Η λέξη «έρωτας» ήταν σημειωμένη με βελάκι που έδειχνε το κάτω μέρος της σελίδας, εκείνο που έλειπε. Γεμάτη αγωνία, ξεκινάς απεγνωσμένα την αναζήτηση αυτού του σκισμένου κομματιού.
Το βλέμμα σου πέφτει γρήγορα στον κάδο, που φαινόταν άδειος. Σβήνεις το τσιγάρο και αρχίζεις να τον πλησιάζεις. Ένα τσαλακωμένο, άσχημο κομμάτι χαρτί, βρισκόταν πεταμένο ανάμεσα σε δύο μπουκάλια κρασιού που είχες πετάξει την προηγούμενη ημέρα.
Το μυαλό σου παγώνει.
Πεσμένη στο πάτωμα του δωματίου σου, δεν ξέρεις αν θέλεις να το σηκώσεις για να το διαβάσεις ή να το αφήσεις εκεί, στο περιβάλλον που αποφάσισες πως πλέον του αρμόζει. Καθώς το ξεδιπλώνεις, παρατηρείς πως τα κομμάτια του έπεφταν το ένα μετά το άλλο στα πόδια σου.
Προσπαθώντας να συναρμολογήσεις ένα από τα πιο άσχημα κομμάτια παζλ που έχεις συναντήσει, ξεκινάς να διαβάζεις:
«Δεν θα σου πω ποτέ, πώς ένιωσα όταν σε έχασα. Ο έρωτας μου για εσένα δεν θα πεθάνει αλλά δεν μπορώ να τον κουβαλάω άλλο μαζί μου».
