Γράφει η Γεωργία Ντούνη
Υπάρχει ένας χορός που ξεκινά χωρίς χέρια να σε κρατούν. Χωρίς βλέμμα απέναντι να σε καθοδηγεί. Ένας χορός σιωπηλός, σχεδόν αόρατος και όμως βαθιά ζωντανός.
Στην αρχή μοιάζει με έλλειψη. Σαν κάτι να λείπει από τη σκηνή, σαν ο ρυθμός να μην ολοκληρώνεται. Το σώμα ψάχνει ένα άλλο σώμα, μια αντίδραση, μια απάντηση. Σαν να μην έχει ακόμη μάθει ότι μπορεί να σταθεί μόνο του.
Κι όμως, αργά, σχεδόν ανεπαίσθητα, κάτι αλλάζει. Ο χώρος παύει να είναι άδειος και γίνεται δικός σου. Ο ρυθμός δεν χρειάζεται πια να επιβεβαιωθεί από κάποιον άλλον, ανασαίνει μέσα σου. Και κάθε κίνηση παύει να είναι αναζήτηση και γίνεται παρουσία.
Ο καβαλιέρος, τότε, δεν είναι πάντα πρόσωπο. Είναι η ιδέα ότι χρειάζεσαι κάποιον για να υπάρξει ο χορός. Είναι η παλιά συνήθεια να πιστεύεις πως η κίνηση αποκτά αξία μόνο όταν συναντάται.
Αλλά υπάρχει μια στιγμή, ήσυχη, σχεδόν μυστική, που καταλαβαίνεις ότι ο χορός δεν χάνει τίποτα όταν είσαι μόνος. Απλώς αλλάζει βάθος. Γίνεται πιο γυμνός, πιο αληθινός, πιο δικός σου.
Και τότε, αν κάποιος έρθει να σταθεί δίπλα σου, δεν σε συμπληρώνει. Δεν σε «διορθώνει». Σε συντροφεύει. Αποδέχεται το χορό σου και προσθέτει το δικό του και φτιάχνετε το πιο όμορφο ντουέτο. Το πιο αμοιβαίο. Το πιο εντυπωσιακό. Μα κυρίως τον πιο δικό σας.
Και αυτό είναι ίσως το πιο σημαντικό: όταν έχεις πρώτα χορέψει μόνος σου, δεν μπαίνεις πια σε έναν χορό για να σωθείς, αλλά για να μοιραστείς. Δεν ψάχνεις κάποιον να σε κρατήσει, αλλά κάποιον που να μπορεί να σταθεί δίπλα σου χωρίς να σε αλλάξει.
Γιατί όποιος έρθει τότε ως καβαλιέρος, δεν έρχεται να σε διαμορφώσει. Έρχεται να σε συναντήσει. Και εσύ μπορείς επιτέλους να είσαι ο εαυτός σου, όχι επειδή δεν φοβάσαι να χαθείς, αλλά επειδή έχεις ήδη μάθει να στέκεσαι μόνος σου.
