Γράφει η Αστέρω
Παλιά νόμιζα ότι το πιο δύσκολο είναι να ακούσεις μια αλήθεια που δε θέλεις. Να σου πει κάποιος κάτι που θα σε στενοχωρήσει, θα σε θυμώσει ή θα αλλάξει όσα πίστευες μέχρι εκείνη τη στιγμή. Τελικά, δεν είμαι σίγουρη ότι αυτό είναι το χειρότερο. Εμένα περισσότερο με κουράζει η ασάφεια.
Το να μην ξέρεις ακριβώς τι συμβαίνει. Να μην μπορείς να καταλάβεις αν πρέπει να περιμένεις, να ρωτήσεις, να κάνεις πίσω ή απλώς να αφήσεις τα πράγματα όπως είναι. Γιατί τότε αρχίζει το μυαλό και κάνει υπερωρίες. Και το μυαλό, όταν δεν έχει απαντήσεις, είναι ικανό να γράψει ολόκληρες σειρές μόνο του.
Ξανασκέφτεσαι κουβέντες. Θυμάσαι λεπτομέρειες που εκείνη τη στιγμή δεν είχες προσέξει. Αναρωτιέσαι γιατί κάποιος είπε κάτι έτσι και όχι αλλιώς, γιατί άργησε, γιατί απομακρύνθηκε, γιατί ξαναπλησίασε. Και όσο δεν ξέρεις, τόσο ψάχνεις να καταλάβεις. Μόνο που κάποια στιγμή κουράζεσαι να μεταφράζεις.
Δεν περιμένω από κανέναν να έχει όλες τις απαντήσεις. Οι άνθρωποι μπερδεύονται. Φοβούνται. Μπορεί πραγματικά να μη γνωρίζουν τι θέλουν ή τι μπορούν να κάνουν σε μια δεδομένη στιγμή. Το καταλαβαίνω. Αλλά υπάρχει μεγάλη διαφορά ανάμεσα στο «δεν ξέρω ακόμα» και στο να αφήνεις τον άλλον να προσπαθεί μόνος του να καταλάβει τι συμβαίνει.
Γιατί ακόμη κι ένα ειλικρινές «δεν ξέρω» είναι μια απάντηση. Το ίδιο και το «χρειάζομαι λίγο χρόνο». Το ίδιο και το «δεν μπορώ να σου πω περισσότερα αυτή τη στιγμή». Μπορεί να μη μου αρέσει. Τουλάχιστον όμως ξέρω τι ακούω.
Η ασάφεια είναι διαφορετική. Σε κρατάει σε μια αναμονή που δεν ξέρεις καν πότε τελειώνει. Κι αυτή η αναμονή έχει μεγαλύτερη φθορά απ’ όσο φαίνεται. Μπορεί εξωτερικά να συνεχίζεις κανονικά τη ζωή σου, αλλά κάπου πίσω στο μυαλό σου υπάρχει πάντα ένα ανοιχτό παράθυρο. Περιμένεις μια απάντηση, μια εξέλιξη, μια εξήγηση, κάτι που θα σε βοηθήσει επιτέλους να καταλάβεις πού βρίσκεσαι.
Ίσως γι’ αυτό έχω αρχίσει να εκτιμώ όλο και περισσότερο την καθαρότητα. Όχι την ωμή ειλικρίνεια που πετιέται χωρίς να νοιάζεται για το πώς θα προσγειωθεί στον άλλον. Την καθαρότητα. Το να μπορώ να ξέρω πού πατάω, ακόμη κι αν αυτό που θα ακούσω δε μου αρέσει.
Γιατί με μια δύσκολη αλήθεια μπορώ κάποια στιγμή να κάνω κάτι. Να τη δεχτώ. Να θυμώσω. Να στενοχωρηθώ. Να πάρω τον χρόνο μου. Να αποφασίσω.
Με την ασάφεια τι κάνεις;
Συνήθως περιμένεις λίγο ακόμα. Και μετά λίγο ακόμα. Μέχρι που κάποια στιγμή καταλαβαίνεις ότι δε σε έχει κουράσει τόσο αυτό που μπορεί να είναι η αλήθεια. Σε έχει κουράσει το ότι τόσο καιρό δεν την ξέρεις.
Κι ίσως τελικά γι’ αυτό προτιμώ να μου πεις κάτι δύσκολο παρά να με αφήσεις να το μαντεύω. Η αλήθεια μπορεί να πονέσει. Αλλά η ασάφεια έχει έναν άλλο τρόπο να σε φθείρει.
Λίγο λίγο. Κάθε μέρα.
