Γράφει ο Γιώργος Καραγεώργος
Κι ήρθαν τα λόγια σου για ακόμη μια νύχτα και με αντάμωσαν, χτυπώντας μου με θράσος κι επίμονα την πόρτα.
“Καλώς τα μου”, τους είπα και τους χαμογέλασα, με μια αλήθεια να με σώζει και με μια πίκρα να με πνίγει, σαν μια θηλιά που σφίγγει τον λαιμό μου.
“Κοπιάστε μέσα”, τους είπα και τα καλοδέχτηκα κι ας ήξερα ο τρελός καλά τι θα συμβεί.
“Μην ντρέπεστε, εσείς δεν είστε ξένοι”, τους είπα και τα κέρασα ουίσκι για να πιουν, όπως κι εσύ, από το δικό μου το ποτήρι.
“Καθίστε άνετα”, τους είπα και τους έδωσα να τραβήξουνε μια τζούρα, απ΄ του πακέτου μου το τελευταίο τσιγάρο.
“Μήπως πεινάτε”; Τα ρώτησα και τους έδωσα να φάνε, μέσα απ΄ το πιάτο μου την τελευταία μπουκιά.
“Μπας κι αποκάματε”; Τα ξαναρώτησα και έστρωσα τα πιο καλά σεντόνια μου, στου κρεβατιού μου την πλευρά που κάποτε κοιμόσουνα και τώρα είναι άδεια και κρύα ρε γαμώτο.
“Μιλήστε μου, το έχω ανάγκη κι ας είστε ψεύτικα”! Τους είπα, μα για φαντάσου, εκείνα μείναν σιωπηλά και ντροπιασμένα…
Κι ήταν γιατί, αμέτρητες φορές στο παρελθόν ήρθαν και με ξεγέλασαν.
Ήταν γιατί, ούτε θυμάμαι πια πόσες βραδιές, είχαν ξανά έρθει με σκοπό να με σκοτώσουν.
Ήταν γιατί, κρύβαν μαχαίρια όπως πάντα μες τις τσέπες τους, να τα καρφώσουν στην ολόγυμνη ψυχή μου.
Μια μόνο λέξη μου είπανε τα λόγια σου, “κλαις”;
“Απ΄ την χαρά μου είναι”, τους απάντησα ο ψεύτης, κοιτώντας τα ευθεία μες στα μάτια.
“Κάντε δουλειά σας και μη νιώθετε άσχημα”, τους είπα, “κι ελάτε επιτέλους και λυτρώστε με”.
“Δεν σας κρατώ κακία, γιατί δεν έχω τόση δύναμη”, τους είπα κι άνοιξα όλα τα κουμπιά απ΄ το μαύρο μου πουκάμισο, για να έχει χώρο το μαχαίρι να χωθεί.
“Εγώ σας αγαπώ, γιατί κι εσείς δικά της είστε”, τους είπα, “κι είστε ότι μου έχει απομείνει από εκείνη” και πήγα με λαχτάρα και τα αγκάλιασα…
Όπως ακριβώς το θύμα αγκαλιάζει τον φονιά του, όπως ο αυτόχειρας αγκαλιάζει την λεπίδα.
