Blog

Γράφει η Ιωάννα Ντρε

Δυο κόσμοι διαφορετικοί. Εγώ στην πρωτεύουσα και συ σε ένα επαρχιακό χωριό. Ακόμα θυμάμαι τη γνωριμία μας, το βλέμμα σου, όλα σου. Με πολιορκούσες για αρκετό καιρό και στο τέλος πέτυχες το στόχο σου. Με κατέκτησες. Μάλλον λειτουργείς με την παροιμία ¨ο επιμένων νικά¨.

Τα φτιάξαμε, όμως από την αρχή υπήρχαν προβλήματα και τα προβλήματα αυτά ήταν δεδομένα εξ αρχής. Από μόνη της η απόσταση δημιουργεί ένα κενό, μια ανησυχία, μια ταραχή… Δεν άντεχα μακριά σου και οι συνθήκες δε μπορούσαν να μας φέρουν κοντά. Χωρίζαμε, τα ξαναβρίσκαμε και την τελευταία φορά που χωρίσαμε αποφάσισα να σε διαγράψω τελείως από τη ζωή μου, αν και από την καρδιά μου δε μπορούσα ακόμα. Άλλαξα αριθμό τηλεφώνου, πέταξα τα δώρα σου, έσκισα τις φωτογραφίες μας και δεν επέτρεπα να σεργιανίζεις ανελέητα ούτε στις σκέψεις μου. Δεν το κατάφερνα πάντα, όμως με τον καιρό σε νικούσα. Δε σε άφηνα να μπαίνεις και να καθηλώνεις το μυαλό μου, ώσπου η μοίρα θέλησε να μας στροβιλίσει ξανά στον τυφώνα της και να μας αφήσει να τα βγάλουμε πέρα ξανά μόνοι μας για να βγούμε στην επιφάνεια. Λες και δεν έφταναν ξενύχτια, κλάματα, ζήλιες και όλα όσα είχαν προηγηθεί…

Ήξερα ότι θα σε συναντούσα εκείνο το βράδυ. Το είχα προαίσθημα ότι εκεί, σε κείνο το δρόμο θα ξεκινούσε πάλι το μαρτύριο. Πέσαμε πρόσωπο με πρόσωπο. Γύρω μου πάγωσαν και χάθηκαν όλα σα να υπήρχαμε μονάχα εγώ και συ. Με χαιρέτησες αλλά εγώ δε μπόρεσα να βγάλω λέξη. Σε προσπέρασα, όμως σε συνάντησα και δεύτερη και τρίτη φορά. Τρίτη και φαρμακερή. Με άρπαξες ελαφρά από το χέρι και μου είπες ότι θέλεις να μου μιλήσεις. Έμεινα σύξυλη και εγώ και οι φίλες μου.

¨Γιατί μου το κάνεις αυτό;¨
Σε κοιτούσα άφωνη.
¨Άραγε με κοιτάζεις έτσι από αγάπη ή από μίσος;¨ με ρώτησες. Πάλι δεν πήρες καμία απάντηση.
Τα είπαν όλα τα μάτια μας.
¨Πάμε¨ είπες και με σήκωσες στην αγκαλιά σου και με πήγες στο αυτοκίνητό.
¨Είσαι τρελός; Που με πας;¨
¨Σ αγαπάω, δε το καταλαβαίνεις;¨

Αφέθηκα στα λόγια σου και κλείστηκα στην αγκαλιά σου. Μείναμε μαζί εκείνο το βράδυ σε ένα ξενοδοχείο. Είπαμε πολλά και πως θα άλλαζες και θα μου έδειχνες πιο πολύ την αγάπη, που έλεγες ότι μου έχεις. Κοιμηθήκαμε αγκαλιασμένοι ως το πρωί. Την επόμενη είχες δουλειά κι εγώ έπρεπε να γυρίσω ξανά πίσω στην καθημερινότητά μου. Τη μέρα εκείνη και την επόμενη κάτι πάλεψες να κάνεις. Ήρθες και στην Αθήνα να με δεις κι απόψε. Μετά πάλι πτώση στα ίδια. Χανόσουν στις δουλειές, στον εαυτό σου… δε ξέρω που, αλλά μαζί σου χανόμουν κι εγώ στην απελπισία.

Πού πάω πάλι; Δε μου έφταναν όλα όσα τράβηξα μαζί σου; Τι άλλο περιμένω να δω;
Αχ ευκολόπιστη καρδιά μου, γιατί έβαλες ξανά πλώρη για τα λημέρια του; Έχει γκρεμό εκεί που πας, γύρνα πίσω. Έπεσες και ξανασηκώθηκες πολλές φορές, μη κάνεις το ίδιο λάθος. Ο κίνδυνος παραμονεύει, δε τον βλέπεις; Φύγε μακριά όσο είναι νωρίς ακόμα, γιατί με τα πολλά φθείρεσαι, καρδιά μου. Θα καταστραφείς και ύστερα επιστροφή δεν έχει…