Γράφει η Ηρώ Αναστασίου.
Να θυμηθώ να ξεχάσω τι με πείραξε, τι με ενόχλησε, τι μ’ακούμπησε, τι πέρασε και δε μ’ακούμπησε.
Να θυμηθώ τον λόγο που μεγάλωσα και δεν έχω χρόνο για ανούσια πράγματα, για ανούσιες συζητήσεις χωρίς λόγο, για σχόλια παρατεταμένα δήθεν ακούσιου ανταγωνισμού.
Να θυμηθώ ότι δεν έχω λόγο να ανταγωνίζομαι την ομορφιά, έχω δική μου κι ας μην μετριέται με κιλά, αλλά με ουσία, πνεύμα και ψυχή.
Να θυμηθώ γιατί υπήρξα νέα και λεπτή και όμορφη κατά μιαν έννοια.
Να θυμηθώ να ασχοληθώ με της ψυχής τα εντεταλμένα, αυτά που λέγονται κοιτώντας τον άλλον απέναντι σου στα μάτια.
Να θυμηθώ να συναντήσω μια φίλη που έρχεται από μακριά, όχι από υποχρέωση, αλλά γιατί θέλω να αντικρίσω το μουτράκι της.
Να θυμηθώ ότι, ναι μεν την γνώρισα σ’ένα χώρο απρόσωπο, αλλά ακόμη κι εκεί “εγώ” σέβομαι τις ψυχές που γνωρίζω, γι’αυτό και αποφασίζω να τις συναντώ.
Να θυμηθώ ότι το κάθε λεπτό που χαρίζω σε κάποιον είναι πολύτιμο, για εμένα τουλάχιστον. Να θυμηθώ ότι φοράω σαν ρούχο πάντα την αγάπη, την εκτίμηση, τον σεβασμό και την κατανόηση.
Να θυμηθώ ότι εκτιμώ την φιλία, άσχετα από πού προέρχεται κι αν δεν την εκτιμώ, ποιος ο λόγος να την εκμεταλλεύομαι;
Να θυμηθώ ότι όλος ο κόσμος έχει βάσανα, μικρά ή μεγάλα, ασήμαντα ή σημαντικά.
Να θυμηθώ ότι όλοι πονάνε και να σεβαστώ τον πόνο του καθενός.
Να θυμηθώ να σεβαστώ τον χρόνο που μου αφιερώνει, το κάθε παράπονο που μου χαρίζει, την κάθε πληγή που μου εκμυστηρεύεται, την κάθε χαρά που διαλέγει να μοιραστεί μαζί μου.
Να θυμηθώ τι είναι σημαντικό και τι όχι.
Κι απ’όσο θυμάμαι είναι η ψυχή που μοιράζεις σε κάθε τι που κάνεις, σε κάθε λέξη που λες, σε κάθε λέξη που δεν λες. Κι ακόμη θυμάμαι..
