Γράφει η Σοφία Παπαηλιάδου
Διάλεξα, που λες, τους απέραντούς μου αυτό το καλοκαίρι. Σκληρό καλοκαίρι. Από εκείνα τα αθόρυβα που τα αλλάζουν όλα χωρίς ανακοινώσεις, χωρίς μεγάλες κουβέντες, χωρίς άλλα περιθώρια. Δεν έγινε κάποιο θεαματικό μπαμ. Απλώς κάποια πράγματα έφτασαν μέχρι εκεί που μπορούσαν κι εγώ σταμάτησα να τα σέρνω παρακάτω.
Και όταν κατακάθισε όλο αυτό, έμειναν οι απέραντοί μου. Δεν χωράνε σε κουτάκια. Δεν έχουν τίτλο. Δεν είναι φίλοι, δεν είναι οικογένεια, δεν είναι έρωτες. Δεν ξέρω καν τι είναι και, μεταξύ μας, δεν με νοιάζει να βρω τη σωστή λέξη. Μου αρκεί που ήταν εκεί. Ήταν εκεί όταν εγώ δεν ήμουν και πολύ.
Στις σιωπές μου δεν απαίτησαν κουβέντα. Δεν με στρίμωξαν να τους εξηγήσω τι έχω. Δεν μου πέταξαν κανένα «όλα θα πάνε καλά» για να ξεμπερδέψουμε όμορφα και αισιόδοξα. Και κυρίως δεν καθησύχασαν τη συνείδησή τους με το «εσένα δεν σε φοβάμαι» και το «είσαι δυνατή εσύ». Πόσο βολική μαλακία είναι καμιά φορά αυτή η δύναμη. «Εσύ θα τα καταφέρεις». Και καθάρισες.
Μόνο που εκείνοι δεν καθάρισαν. Έμειναν. Μου επέτρεψαν να μην είμαι δυνατή. Να είμαι σπασμένη. Άδεια. Θυμωμένη. Να μη θέλω να μιλήσω. Να μην ξέρω τι μου γίνεται. Να μην έχω κουράγιο να καθησυχάσω κανέναν ότι «θα είμαι καλά». Για μία φορά δεν χρειάστηκε να είμαι εγώ αυτή που θα μαζέψει εμένα. Με μάζεψαν εκείνοι.
Και δεν προσπάθησαν να με ξαναφτιάξουν όπως ήμουν. Ευτυχώς. Ούτε ήμουν για φτιάξιμο ούτε ήξερα αν ήθελα να ξαναγίνω όπως πριν. Απλώς έγιναν η κόλλα ανάμεσα στα σπασμένα μου κομμάτια. Και το έκαναν χωρίς να τους το ζητήσω. Αυτό κρατάω.
Γιατί όταν είσαι πραγματικά μέσα στο σκοτάδι, δεν σηκώνεις πάντα το χέρι να ζητήσεις βοήθεια. Μερικές φορές ούτε που καταλαβαίνεις πόσο βαθιά έχεις πέσει. Κι αν έχεις μάθει μια ζωή να είσαι «η δυνατή», ακόμα χειρότερα. Έχεις εκπαιδευτεί τόσο καλά να λες «το έχω», που το λες ακόμα κι όταν δεν έχεις τίποτα. Εκείνοι κατάλαβαν.
Κάποιοι άλλοι όχι. Κάποιοι έφυγαν. Κάποιους άφησα. Κάποιοι μπορεί να περίμεναν από εμένα να συνεχίσω να είμαι αυτή που ήξεραν και, όταν δεν μπόρεσα, δεν ήξεραν τι να με κάνουν. Δεν τους κατηγορώ πια. Δεν έχω χώρο.
Αυτό μου έκανε το καλοκαίρι. Δεν με ξεκούρασε. Με ξεκαθάρισε. Και τώρα που τελείωσε, κοιτάζω γύρω μου και τους βλέπω. Είναι λίγοι. Πολύ λίγοι. Αλλά ξέρω πια γιατί τους λέω απέραντους.
Γιατί όταν εγώ δεν είχα μέσα μου ούτε ένα μέρος να σταθώ, εκείνοι έκαναν χώρο.
Και έμειναν.
Και κάπως έτσι, δεν θα χρειαστεί και ποτέ να τους ορίσω “ποιοι είναι”. Είναι εκείνοι που αυτό το καλοκαίρι, είχαν πρόσβαση…
