Γράφει ο Άρης Γρηγοριάδης
Μπέρδεψες την καβάτζα με το συναίσθημα και ξέχασες να ενημερώσεις. Γιατί εγώ νόμιζα πως ήμασταν δύο άνθρωποι που προσπαθούσαν να δουν πού μπορεί να πάει αυτό που είχαν. Εσύ, απ’ ό,τι φάνηκε, είχες απλώς αφήσει μια πόρτα μισάνοιχτη για ώρα ανάγκης.
Να μπορείς να γυρνάς όταν έξω δεν σου έβγαιναν τα πράγματα. Να βρίσκεις έναν γνώριμο άνθρωπο, μια γνώριμη αγκαλιά, κάποιον που ήξερε ήδη τα δύσκολά σου και δεν χρειαζόταν να ξεκινήσεις πάλι από το μηδέν. Βολικό. Μόνο που αυτό δεν λέγεται συναίσθημα. Λέγεται εφεδρεία. Και δεν θα είχα κανένα πρόβλημα μ’ αυτό, αν είχες φροντίσει να το ξέρω κι εγώ.
Δεν με πειράζει που δεν ήθελες όσα ήθελα. Συμβαίνουν αυτά. Δεν υπογράφουμε συμβόλαιο επειδή κοιμηθήκαμε μαζί, ούτε μου χρωστούσες έρωτα επειδή εγώ ένιωσα περισσότερα. Με πειράζει που δεν ήθελες να είσαι μαζί μου, αλλά δεν ήθελες και να με χάσεις. Ήθελες να προχωράς τη ζωή σου και να ξέρεις πως εγώ θα είμαι κάπου εκεί, στην ίδια θέση, αν κάποτε κάτι στράβωνε.
Να εξαφανίζεσαι χωρίς πολλές εξηγήσεις και να επιστρέφεις μ’ ένα «τι κάνεις;» λες και μεσολάβησαν δυο μέρες και όχι μήνες. Κι εκεί έκανες το λάθος σου. Νόμισες πως επειδή ένας άντρας σε αγάπησε πολύ, θα σε περιμένει για πάντα. Πως η αδυναμία του για σένα είναι κάτι μόνιμο, κάτι που μπορείς να αφήσεις στην άκρη και να το ξαναβρείς όποτε σου χρειαστεί. Δεν πάει έτσι.
Κάποια στιγμή ο άνθρωπος κουράζεται να είναι το «ίσως» κάποιου που για εκείνον ήταν «σίγουρα». Κάποια στιγμή σταματάει να ψάχνει δικαιολογίες για λογαριασμό σου και βλέπει αυτό που τόσο καιρό δεν ήθελε να δει. Κι εγώ το είδα. Δεν ήμουν η μεγάλη σου επιστροφή.
Ήμουν το γνώριμο μέρος που γύριζες όταν δεν σου άρεσε εκεί που είχες πάει. Οπότε, την επόμενη φορά που θα νιώσεις μόνη και θα θυμηθείς πόσο καλά ήξερες τον δρόμο μέχρι εμένα, θυμήσου και κάτι ακόμη. Ο δρόμος υπάρχει. Εγώ δεν περιμένω πια στο τέλος του.
