Γράφει η Σοφία Παπαηλιάδου
Μην τη φοβάσαι τη θλίψη. Μην την αποφεύγεις και, κυρίως, μην προσπαθείς να την ξεφορτωθείς βιαστικά. Κάτσε πλάι της και κέρασέ την έναν καφέ. Όχι στα όρθια, όχι στα πεταχτά. Κάθισε απέναντί της, κοίταξέ την στα μάτια και πείτε επιτέλους μερικές αλήθειες. Από εκείνες που αποφεύγεις να ομολογήσεις ακόμα και στον εαυτό σου.
Η θλίψη είναι παιδί του τέλους. Το μικρότερο, το πιο ήσυχο και, παραδόξως, το πιο ώριμο απ’ όλα. Έχει μεγαλύτερα αδέρφια την απογοήτευση, τον θυμό και τον πόνο. Εκείνα κάνουν πάντα τη μεγαλύτερη φασαρία. Η απογοήτευση απαιτεί εξηγήσεις, ο θυμός ψάχνει ενόχους και ο πόνος καταλαμβάνει κάθε διαθέσιμη γωνιά σου. Έρχονται, αναστατώνουν τα πάντα, αναποδογυρίζουν όσα θεωρούσες δεδομένα και φεύγουν αφήνοντας πίσω τους ένα σπίτι που δεν αναγνωρίζεις.
Κι ύστερα έρχεται εκείνη.
Δεν φωνάζει. Δεν απαιτεί δικαιοσύνη. Δεν ενδιαφέρεται να αποδείξει ποιος είχε δίκιο και ποιος άδικο. Κάθεται ήσυχα δίπλα σου, ανάμεσα στα απομεινάρια, και σε αφήνει να κοιτάξεις όσα συνέβησαν χωρίς να χρειάζεται πια να τα πολεμάς.
Είναι ό,τι απέμεινε από τα τρία μεγαλύτερα αδέρφια της. Όσα δεν κατάφερε να κάψει ο θυμός, να εξηγήσει η απογοήτευση, να καταπιεί ο πόνος.
Και μην κάνεις το λάθος να τη θεωρήσεις αδυναμία. Θέλει πολύ μεγαλύτερο θάρρος να καθίσεις με τη θλίψη σου παρά να την πνίξεις σε δουλειές, εξόδους, καινούριους ανθρώπους και πρόχειρες χαρές. Να παραδεχτείς πως κάτι τελείωσε και πως, όσο κι αν προσπαθήσεις, δεν μπορείς να το ξανακάνεις αυτό που ήταν.
Ένας έρωτας. Μια φιλία. Μια εποχή. Ένας άνθρωπος. Ακόμα κι εκείνη η παλιά εκδοχή του εαυτού σου που κάποτε πίστευε πως ορισμένα πράγματα δεν τελειώνουν.
Η θλίψη δεν έρχεται για να σου τα πάρει. Έχουν ήδη φύγει. Έρχεται γιατί κάποιος πρέπει να καθίσει μαζί σου όσο συνειδητοποιείς την απουσία τους.
Κι όταν έρθει η ώρα να σηκωθείς, δεν θα σου δείξει τον δρόμο. Θα περπατήσει δίπλα σου. Είναι ο συνοδοιπόρος σου στη γέφυρα που ενώνει όσα τελείωσαν με όσα δεν έχουν αρχίσει ακόμα. Δεν υπόσχεται πως στην άλλη πλευρά θα είναι όλα καλύτερα. Δεν ξέρει. Ούτε εσύ ξέρεις.
Και δεν πειράζει.
Μόνο μην τη βιάζεις να φύγει. Μην της ζητάς να γίνει αισιοδοξία, δύναμη ή κάποιο σπουδαίο μάθημα ζωής. Άφησέ την να είναι αυτό που είναι.
Κι αν κάποια μέρα ξυπνήσεις και διαπιστώσεις πως δεν κάθεται πια απέναντί σου, μην αισθανθείς πως πρόδωσες όσα έχασες.
Πιθανότατα θα έχει φύγει χωρίς να σε αποχαιρετήσει.
Έτσι κάνουν οι άνθρωποι που σε αγαπούν αρκετά ώστε να μη σε κρατούν κοντά τους.
Γιατί η θλίψη, όσο παράξενο κι αν ακούγεται, δεν έρχεται να σου μάθει πώς να ζεις με όσα έχασες.
Έρχεται να σου επιτρέψει, κάποτε, να ζήσεις και χωρίς αυτά.
