Γράφει η Σοφία Σοφιανίδου
Δε με ενδιαφέρει μια αγάπη που ξέρει να υπάρχει μόνο όταν όλα είναι εύκολα. Με ενδιαφέρει τι κάνουμε ο ένας με τον άλλον όταν φοβόμαστε, όταν θυμώνουμε, όταν οι άμυνές μας σηκώνονται πριν προλάβει να μιλήσει η καρδιά.
Με ενδιαφέρει εκείνη που έχει μέσα της γέλια, πείσματα, αγκαλιές, φόβους, ένα «μου έλειψες» που βγαίνει από την ψυχή και ένα «με έχεις τρελάνει» που βγαίνει από το ίδιο ακριβώς μέρος.
Γιατί όσο δύο άνθρωποι πλησιάζουν πραγματικά ο ένας τον άλλον, τόσο παύουν να συναντιούνται μόνο στις όμορφες πλευρές τους. Κάποια στιγμή εμφανίζονται και τα υπόλοιπα. Οι άμυνες. Οι ανασφάλειες. Εκείνα τα παλιά κουμπιά που κάποιος πατάει χωρίς να το θέλει και ξαφνικά ο ένας γίνεται καταιγίδα κι ο άλλος τοίχος.
Κάποιες φορές εγώ μπορεί να φοβηθώ και να πάρω μια σκέψη και να την κάνω εκατό σενάρια. Να θελήσω μια απάντηση τώρα, επειδή η σιωπή έχει ήδη προλάβει να γράψει ολόκληρο μυθιστόρημα.
Κι εσύ μπορεί να γίνεις απόλυτος. Να αποφασίσεις πως υπάρχει μόνο ένας δρόμος, να κλειστείς λίγο περισσότερο, να νομίσεις πως αν γίνεις πέτρα, θα κρατήσεις όρθια όσα φοβάσαι πως μπορεί να γκρεμιστούν.
Ε, λοιπόν, όχι.
Δε θέλω να μάθουμε να μην έχουμε καταιγίδες. Θέλω να μάθουμε να μην γκρεμίζουμε το σπίτι κάθε φορά που βρέχει.
Να θυμόμαστε, ακόμα και πάνω στα νεύρα μας, πως απέναντί μας δε βρίσκεται κάποιος που θέλει να μας νικήσει ή να μάς κρίνει. Βρίσκεται ο άνθρωπός μας. Εκείνος που πριν από λίγο μας έκανε να γελάμε. Εκείνος που ξέρει ποιο χάδι μάς ηρεμεί, ποια λέξη μάς μαλακώνει και ποιο σημείο μέσα μας χρειάζεται λίγη περισσότερη προσοχή.
Δε θέλω να ξέρω να σε αγαπώ μόνο στις εύκολες μέρες σου. Θέλω να μπορώ να σε κοιτάξω και στις δύσκολες και να σε αναγνωρίζω ακόμη.
Και θέλω το ίδιο από σένα.
Να ξέρεις πως πίσω από μια υπερβολή μου μπορεί να υπάρχει φόβος κι όχι διάθεση να σου κάνω τη ζωή δύσκολη. Κι εγώ να θυμάμαι πως πίσω από μια δική σου σκληρή στιγμή μπορεί να υπάρχει κάτι που δεν ξέρεις ακόμη πώς να μου το δώσεις αλλιώς.
Όχι για να δικαιολογούμε τα πάντα. Η αγάπη χωρίς μπέσα δε μου λέει τίποτα.
Όταν πληγώνουμε ο ένας τον άλλον, θα το αναγνωρίζουμε. Όταν κάνουμε μαλακία, θα την παραδεχόμαστε. Όταν κάτι δεν αντέχεται, δε θα το βαφτίζουμε «έτσι είμαι» απαιτώντας από τον άλλον να το καταπιεί.
Αλλά δε θέλω και να πετάμε μια αγάπη από το παράθυρο κάθε φορά που δύο άνθρωποι αποτυγχάνουν για λίγο να αγαπηθούν όμορφα.
Θέλω να μαθαίνουμε ο ένας τον άλλον.
Να γινόμαστε καλύτεροι όχι επειδή μας το επέβαλε κάποιος, αλλά επειδή δε θέλουμε να πονάμε εκείνον που αγαπάμε. Να μπορούμε να πούμε «εδώ έκανα λάθος» χωρίς να νιώθουμε πως χάσαμε έναν πόλεμο. Να πούμε «φοβήθηκα» χωρίς να ντρεπόμαστε. Να πούμε «έλα εδώ» χωρίς να κρατάμε λογαριασμό για το ποιος έκανε το πρώτο βήμα.
Και ναι, θα υπάρχουν φορές που θα χρειαστεί να ξαναβρούμε τον δρόμο μας ο ένας προς τον άλλον. Κι ας κάνουμε, στο μεταξύ, σμπαράλια τα νεύρα των φίλων μας. Θα επιβιώσουν.
Εμείς να μη χάσουμε ο ένας τον άλλον μέσα στις άμυνές μας. Γιατί αυτό θέλω να είναι η αγάπη μας.
Όχι κλουβί. Όχι έλεγχος. Όχι ένα μέρος όπου πρέπει να μικρύνεις για να χωρέσεις.
Θέλω να είναι εκείνο το μέρος όπου μπορείς να έρθεις και με τα καλά σου και με τα δύσκολά σου. Να αφήσεις για λίγο κάτω την πανοπλία και να ξέρεις πως ό,τι μου εμπιστεύτηκες δε θα γίνει ποτέ όπλο στα χέρια μου όταν θυμώσω.
Κι εγώ να μπορώ να κάνω το ίδιο.
Να είμαστε ελεύθεροι και, παρ’ όλα αυτά, να διαλέγουμε να μένουμε. Όχι επειδή δεν μπορούμε να φύγουμε.
Αλλά επειδή, μέσα σε όλον αυτόν τον παράξενο κόσμο, βρήκαμε έναν άνθρωπο στον οποίο θέλουμε να επιστρέφουμε.
Κι αν είναι να ζητήσω κάτι από μια μεγάλη αγάπη, αυτό θα είναι.
Να είμαστε ο ένας για τον άλλον το μέρος όπου δε χρειάζεται πάντα να είμαστε δυνατοί. Το μέρος όπου μπορούμε να είμαστε λίγο χαζοί, λίγο φοβισμένοι, λίγο δύσκολοι, λίγο περισσότερο εμείς.
Κι ακόμα κι όταν όλα μέσα μας κάνουν θόρυβο, να θυμόμαστε πως δεν είμαστε απέναντι. Είμαστε μαζί.
Καταφύγιο. Ποτέ φυλακή.
