Blog

Γράφει ο Άρης Γρηγοριάδης

“Τι χρώμα έχει η λύπη;” Σε ρώτησα εκείνο το βράδυ.
“Έχει το χρώμα που παίρνει η θάλασσα την ώρα που γέρνει ο ήλιος στην αγκαλιά της. Ένα βαθύ άγριο μπλε”, απάντησες χωρίς να πάρεις τα μάτια σου από τον σκοτεινό ουρανό. Μια αστραπή βρόντηξε την ώρα που μιλούσες και γέλασα ειρωνικά.
Το μπλε είναι το αγαπημένο μου χρώμα. Ίσως για αυτό μου ήταν πολύ εύκολο να νιώσω για σένα.

Άναψες ένα τσιγάρο και γύρισες να με κοιτάξεις.
Στάθηκες για λίγο να με κοιτάς και να με χαζεύεις και μείναμε εκεί για λίγη ώρα κοιτάζοντας τον ουρανό περιμένοντας να βρέξει.
Αγαπούσες την βροχή.
Άναβες το ένα τσιγάρο μετά το άλλο.
Σε μάλωσα άθελα μου.
“Μην κάνεις άλλο για απόψε, φτάνει” σου είπα.
Γέλασες με την σειρά σου και με κοίταξες.
“Το τσιγάρο δεν είναι ο χειρότερος εθισμός. Ξέρεις τι είναι;”
Τα μάτια σου σκοτείνιασαν απότομα.

Δεν σου απάντησα και τα μάτια σου είχαν τραβήξει όλη την προσοχή μου.
“Ο άνθρωπος, μάτια μου. Το πόσο μπορείς να εθιστείς σε έναν άνθρωπο δεν μπορεί να το κατορθώσει κανένα τσιγάρο, κανένα αλκοόλ. Το να νιώθεις εξαρτημένος από τα μάτια του, το να λιώνεις σε κάθε χαμόγελο του, το να τον θες δίπλα σου όσο πιο συχνά γίνεται. Αυτό θα πει εθισμός.”
Προσπάθησα να μην σε κοιτάξω. Δεν ήθελα να αντικρίσεις τα βουρκωμένα μου μάτια. Ίσως καταλάβαινες ότι όλα αυτά που μου περιέγραψες ήταν ότι ακριβώς ένιωθα για σένα.

Η βροχή ήρθε.
“Πάμε μέσα, μην βραχείς.” μου πες και μπήκαμε στο αμάξι βιαστικά.
Κι κάπως έτσι έφυγες και εσύ από την ζωή μου.

Έφυγε ο άνθρωπος που μου έμαθε τι θα πει εθισμός. Πού είσαι απόψε; Βρέχει πάλι. Και αυτή την φορά δεν είσαι εδώ να μου πεις να μπω μέσα. Κάθομαι στα σκαλιά του σπιτιού σου μα ξέρω ότι δεν θα έρθεις. Κοιμάσαι σε ξένα κρεβάτια, σε ξένες αγκαλιές προσπαθώντας να βρεις τον δικό σου εθισμό. Μα εγώ είμαι ακριβώς εδώ!