Blog

Γράφει o Μιχάλης Στεφανίδης

Οι μεθυσμένες κουβέντες λένε πάντα αλήθειες. Το φώναζε ένας πιτσιρικάς με σπρέυ πάνω σε έναν αθηναϊκό τοίχο. Από αυτούς που γίνονται πίνακας σκέψεων, αισθημάτων, κραυγών. Κραυγή απόγνωσης για το παλικάρι. Και ήταν δεν ήταν 18 χρονών. «Κοίτα να δεις που ο μικρός είναι πονεμένος» σκέφτηκα. Ποιος ξέρει τι χρώμα μάτια τον ζορίζουν.

Έμεινα απέναντι να τον κοιτάζω όπως το στόλιζε, το ομόρφαινε αυτό που γούσταρε η ψυχούλα του, εκεί πάνω στον κρύο τοίχο. Κοίτα να δεις που εκείνο και γω έχουμε παρόμοια λόξα σκέφτηκα. Εγώ με το μολύβι και κείνο με το σπρέυ του, και χαμογέλασα.

Έχουν περάσει πολλά χρόνια από την φορά που ένα αντίστοιχο παλικαράκι έγραψε στο δικό μου τοίχο τις κουβέντες του. Τα μάτια που τον ζόρισαν είχαν το χρώμα των δικών μου. Και εκείνος στάθηκε απέναντί μου πιωμένος για να αντέξει την απόρριψη όπως είπε.
Έφυγε την ίδια νύχτα από τη ζωή μου και ας είμαστε χρόνια παρέα ως τότε. Αλλά την καρδούλα του ήθελε να την ανοίξει γιατί τις κουβέντες της δεν άντεχε να τις κουβαλάει μια ζωή. Από τότε τις κουβαλάω εγώ μέσα μου και καμιά φορά τις συλλογιέμαι. Όπως τώρα που βλέπω το παλικάρι απέναντί μου.

Πόσο περίεργο είναι…Όσο ανάγκη έχουμε να ανοίξουμε την καρδιά μας άλλο τόσο δύσκολο είναι να το πράξουμε. Και είναι τόσο αλήθεια τελικά πως οι κουβέντες που ξεστομίζονται πάνω στην κάβλα, καθώς κι αυτές που έχεις βρέξει με αλκοόλ, είναι πέρα για πέρα αληθινές.

Είναι αυτές που στριμώχνονται επί μήνες, μπορεί και χρόνια πίσω από τα σφραγισμένα χείλη σου και συ αρνείσαι να παραδεχτείς πως υπάρχουν εκεί για να μην ξεβολέψεις κανέναν.
Είναι εκείνες που οι κουβέντες που στέκονται στην άκρη της γλώσσας σου για ώρες αλλά είναι τόσο δυνατές που σηκώνουν τρικυμία μέσα σου.
Είναι εκείνες που έχεις πει στον εαυτό σου ξανά και ξανά προβάροντας το ρυθμό, τον τόνο της φωνής, αλλά ακόμα κοιτάζεις τον καθρέφτη και δεν ξέρεις αν πρέπει να τις αφήσεις.
Είναι αυτές που φωτίζουν το χαμόγελό σου ή σκοτεινιάζουν τα μάτια σου ξεσκίζοντας την ψυχή σου.

Είναι οι κραυγές σου που χάνονται στα μέσα σου ξανά και ξανά και στριμώχνονται και πισωγυρίζουν χωρίς να γίνονται λυγμός που ξεσπάει.
Είναι η κάβλα που σε γεμίζει και ξεχειλίζει από τα μάτια σου όταν τον αντικρίζεις και ξέρεις ότι δεν πρέπει να τον ποθείς.

Είναι εκείνη η ώρα που εκτιμάς τη μικρή βοήθεια της γουλιάς του αλκοόλ που σε χαλαρώνει. Της γουλιάς που σε στηρίζει και σε σπρώχνει να αδειάσεις τα πάντα από μέσα σου. Μια γουλιά που σε παρασέρνει στον υγρό ρυθμό της, σου λύνει τη γλώσσα, ξεσηκώνει το μυαλό και αμβλύνει τις αισθήσεις σου.

Ξέρω πως δεν το πολυγουστάρεις. Για την ακρίβεια μ’αφήνεις και γλεντάω τις γουλιές μόνος μου αλλά δεν με πειράζει. Και έχεις δίκιο. Γιατί δεν θα’πρεπε να ‘ναι τόσο δύσκολο τελικά.

Θα’πρεπε οι κουβέντες μας να κυλάνε αβίαστα, ακολουθώντας το ρυθμό της καρδιάς. Να την ξαλαφρώνουν. Γιατί αυτό που νιώθει ακόμα και αν είναι λάθος είναι αυτό που ζητάει.
Ώσπου να βρει όμως το θάρρος η καρδιά σου να σε κοιτάξει κατάματα και να αντέξεις αυτό που θέλει, κάθε γουλιά αλκοόλ ας είναι χαλάλι της.

Και επέτρεψε σ’αυτή τη γουλίτσα να σε ξεσηκώνει, σαν το σπρέυ στα χέρια του γλυκού πιτσιρικά που χαμογελά απέναντί μου. Σε φιλώ.

BY:

micstefanidis@gmail.com

My way or the highway