Γράφει ο Γιώργος Καραγεώργος
Τι ήσουνα λέει, ο άνθρωπος μου;
Μμμμ, για κάτσε να το σκεφτώ λιγάκι…
Αλήθεια, τώρα που τα συζητάμε, στα σημαντικά και στα ζόρικα μου, που ήσουνα εσύ άραγε;
Που ήσουν όταν σε χρειαζόμουνα κι όταν σε γύρευα;
Όταν είχα χαρά να μοιραστώ κι όταν ήθελα να σε γιορτάσω, που ήσουνα;
Όταν είχα μια επέτειο και κάτι μεγάλο, που ήσουνα;
Όταν αρρώσταινα, κι εκείνο το γαμημένο βράδυ το ατελείωτο, που νοσηλευτικά σε ένα κρεβάτι μοναχός μου, εσύ που ήσουνα;
Όταν στην ψυχή μου έκανε παγωνιά κι όταν φοβόμουνα και σε είχα ανάγκη, για πες, που ήσουνα;
Για θύμισε μου, όταν έψαχνε το κορμί μου μια αγκαλιά να λυτρωθεί, που στο διάολο ήσουνα;
Όταν ήθελα έναν άνθρωπο για να μιλήσω και να κάτσει να με ακούσει κι όχι μόνο να μου κουνάει το δάκτυλο, που έβοσκες εσύ;
Όταν έστεκα σαν χαζός και σε κοιτούσα, γεμάτος από αγάπη και τυφλωμένος από έρωτα για σένα, που κοίταζες;
Όταν εγώ σε είχα πάντα πρώτη μου επιλογή, εσύ σε πια σειρά με έβαζες;
Όταν στα “ούρλιαζα” όλα αυτά που νιώθω, τι άκουγες;
Κι όταν σου φανέρωνα τις ανάγκες μου, από ποιους τρελή τις έκρυβε και ποιανών χατίρια έκανες;
Τι έκανες αγάπη μου, όταν σου άφησα επάνω στο τραπέζι μια μέρα τα όνειρα μου, εντελώς ξεγυμνωμένα, τα έντυσες ή τα άφησες στην μοίρα τους;
Αλήθεια τώρα, στα σ’ αγαπώ μου τα αναπάντητα και στα σε θέλω μου τα μόνα, τι μου απαντούσες και δεν θυμάμαι ρε γαμώτο;
Αφού εσύ ήσουν ο άνθρωπος μου, εγώ γιατί πλάγιαζα με μια πλάτη γυρισμένη κι αφιλόξενη, τις μισές φορές κι όλες τις άλλες κοιμόμουν μόνος μου; Ε;
Άκου με θρασίμι μου κι ας πούμε για μια φορά αλήθειες, αν ξέρεις τι σημαίνει η λέξη αλήθεια.
Μόνο κάποιες στιγμούλες μου φανερώθηκες κι αυτές ήταν όταν σε βόλευε κι όταν ήθελες να πάρεις. Κάτι στιγμούλες μόνο, που τις πλήρωσα ακριβά.
Ας συνοψίσουμε λοιπόν!
Δεν νομίζω αγάπη μου, κάποιο λάθος θα κάνεις.
Δεν είναι καθόλου έτσι οι άνθρωποι μας, πιο πολύ με εχθρός μου έμοιαζες κι όχι με άνθρωπος μου.
